Τι σημαίνει το stump στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης stump στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του stump στο Αγγλικά.

Η λέξη stump στο Αγγλικά σημαίνει κομμένος κορμός, κολόβωμα, δυσκολεύω, μπερδεύω, κολόβωμα, βαρύ βήμα, πάσσαλος, περιοδεύω, περπατάω βαριά, γκρεμίζω το φράχτη, τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω, τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω, σφομίλι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης stump

κομμένος κορμός

noun (of tree)

The farmer cut down the old tree, leaving just the stump in the middle of the field.
Ο αγρότης έκοψε το παλιό δέντρο και άφησε μόνο τον κομμένο κορμό στη μέση του χωραφιού.

κολόβωμα

noun (of amputated limb) (επίσημο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Steve fitted his prosthetic leg to his stump.
Ο Στηβ έβαλε το προσθετικό του πόδι στο κολόβωμα.

δυσκολεύω, μπερδεύω

transitive verb (informal (baffle, puzzle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The third question in the test completely stumped me.
Η τρίτη ερώτηση στο τεστ πραγματικά με ζόρισε.

κολόβωμα

noun (of tooth)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The tooth broke, leaving just a stump.

βαρύ βήμα

noun (heavy tread)

Amanda heard the stump of Tim's boots coming up the path.

πάσσαλος

plural noun (cricket: part of wicket) (κρίκετ: μέρος φράχτη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The ball hit the stumps.

περιοδεύω

intransitive verb (US (politics: campaign) (πολιτική)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The candidate stumped through his district, trying to win voters.

περπατάω βαριά

intransitive verb (walk heavily)

The man stumped along the street.

γκρεμίζω το φράχτη

transitive verb (cricket: break wicket) (κρίκετ: πίσω από κπ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The wicket-keeper stumped the batsman.

τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω

phrasal verb, transitive, inseparable (UK, informal (pay: cash for [sth]) (αργκό, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If he wants me to book him a ticket for the concert he had better stump up the cash first.
Αν θέλει εισιτήρια για τη συναυλία καλά θα κάνει να μου σκάσει πρώτα το παραδάκι.

τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω

phrasal verb, intransitive (UK, informal (pay for [sth]) (αργκό, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hey you owe me £10; stump up!

σφομίλι

noun (art: for smudging) (σχέδιο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In order to get fine detail in a charcoal or pastel drawing, use a blending stump instead of a chamois.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του stump στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.