Τι σημαίνει το topping στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης topping στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του topping στο Αγγλικά.

Η λέξη topping στο Αγγλικά σημαίνει επικάλυψη, σιρόπι, γαρνιτούρα, κορυφή, κορφή, πάνω μέρος, πάνω, μέγιστος, απόγειο, πρώτος, κορυφαίος, καλύτερος, κορυφή, πάνω μέρος, πάνω μέρος, το πολύ, κορυφή, κορυφή, καπάκι, καπάκι, κορυφή, κορυφή, νούμερο ένα, πάνω μέρος, αρχή, το πρώτο μισό της περιόδου, οι τρεις πρώτοι επιθετικοί μπάτερ, σβούρα, φύλλα, πράσινο μέρος, κορυφή, βάζω στην κορυφή, ξεπερνάω, ξεπερνώ, είμαι πρώτος, έρχομαι πρώτος, ξεπερνάω, ξεπερνώ, χτυπάω στην κορυφή, κλαδεύω, περνάω πάνω από κτ, καλύπτω, σκεπάζω, γαρνιτούρα, υλικό για πίτσα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης topping

επικάλυψη

noun (food: top layer)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I made a cheesecake with a strawberry topping for the picnic.

σιρόπι

noun (cake, ice cream: sprinkles) (μόνο ρευστό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The frozen yogurt shop has various toppings, such as sprinkles, chocolate chips, and shredded coconut.

γαρνιτούρα

noun (food: garnish of herbs, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The chef gave the chicken a light topping of mixed herbs and pepper.

κορυφή, κορφή

noun (highest part)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The gardener pruned the top of the tree. // The chapter begins at the top of the page. // Audrey went to the top of the tower.
Ο κηπουρός κλάδεψε την κορυφή του δέντρου. // Το κεφάλαιο αρχίζει την κορυφή της σελίδας // Η Ώντρεϋ ανέβηκε στην κορυφή του πύργου.

πάνω μέρος

noun (uppermost part)

Veronica polished the top of the table until it gleamed.

πάνω

adjective (highest)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
He stood on the top rung of the ladder.
Στάθηκε στο ψηλότερο σκαλί της σκάλας.

μέγιστος

adjective (maximum)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The car reached its top speed.
Το αυτοκίνητο έφτασε τη μέγιστη ταχύτητά του.

απόγειο

noun (figurative (highest point)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The young lawyer is at the top of his career.
Ο νεαρός δικηγόρος βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας του.

πρώτος

adjective (figurative (principal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
People are our top priority.
Βασική προτεραιότητά μας είναι οι άνθρωποι.

κορυφαίος, καλύτερος

adjective (figurative (greatest, best)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Paul Robeson was one of the top bass singers of the 20th century.
Ο Πωλ Ρόμπεσον ήταν ένας από τους καλύτερους βαθύφωνους του εικοστού αιώνα.

κορυφή

noun (head of a list)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This task is at the top of my list of things to do.
Αυτή η δουλειά βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των πραγμάτων που έχω να κάνω.

πάνω μέρος

noun (garment for upper body) (φόρμα, πιζάμα)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I need to find a top to match my skirt.
Πρέπει να βρω μια μπλούζα που να ταιριάζει με τη φούστα μου.

πάνω μέρος

noun (bra of a bikini)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
She tied her bikini top.
Έδεσε το σουτιέν του μπικίνι της.

το πολύ

adverb (slang (maximum)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll be there in 10 minutes, tops.
Θα είμαι εκεί σε δέκα λεπτά, μαξ.

κορυφή

noun (apex)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The ball reached the top of its arc.

κορυφή

noun (crown: of the head)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I gave the boy a pat on the top of his head.

καπάκι

noun (bottle cap)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She took the top off the bottle.
Έβγαλε το καπάκι από το μπουκάλι.

καπάκι

noun (lid of container)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Please put the top on the box.

κορυφή

noun (roof: of a building)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The birds perched on the top of the building.

κορυφή

noun (figurative (first place: in a league)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Joe is at the top of the league in scoring.

νούμερο ένα

noun (number 1: in music charts)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The singer's new record is the top of the charts.

πάνω μέρος

noun (upper part of dress)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The top of this dress is fitted, while the skirt is flared.

αρχή

noun (figurative, informal (beginning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Let's sing it from the top.

το πρώτο μισό της περιόδου

noun (baseball: first half of an inning) (μπέιζμπολ)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We scored in the top of the second inning.

οι τρεις πρώτοι επιθετικοί μπάτερ

noun (baseball: first three batters) (μπέιζμπολ)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Steve is batting in the top of the lineup.
Ο Στιβ ανήκει στους τρεις πρώτους επιθετικούς μπάτερ της ομάδας του.

σβούρα

noun (child's spinning toy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The children played with traditional toys, such as tops and jacks.

φύλλα

plural noun (leaves of a carrot)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Rabbits ate the tops of the carrots.

πράσινο μέρος

plural noun (green part of spring onions)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The chef garnished the soup with onion tops and bacon.

κορυφή

plural noun (slang (the best) (αργκό)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
Thanks for all my birthday presents; you're the tops!

βάζω στην κορυφή

transitive verb (crown)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The cook topped the cake with a cherry.

ξεπερνάω, ξεπερνώ

transitive verb (figurative, informal (surpass)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
This extraordinary young cyclist has just topped his personal speed record!
Ο ηθοποιός ελπίζει να ξεπεράσει την προηγούμενη απόδοσή του.

είμαι πρώτος, έρχομαι πρώτος

transitive verb (be the best among)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The student topped his class.
Ο μαθητής ήρθε πρώτος στην τάξη του.

ξεπερνάω, ξεπερνώ

transitive verb (informal (exceed in size)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The new building will top the old tower by two storeys.
Το νέο κτίριο θα είναι ψηλότερο από το παλιό κατά δύο ορόφους.

χτυπάω στην κορυφή

transitive verb (hit: a golf ball) (μπάλα του γκολφ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The golfer topped the ball into the sand trap.

κλαδεύω

transitive verb (prune: top of a tree)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The gardener topped the tree.

περνάω πάνω από κτ

transitive verb (leap over)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The highjumper easily topped the bar.

καλύπτω, σκεπάζω

(put a top layer on) (κάτι με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The chef topped the pizza with strong cheese.
Ο σεφ έβαλε πάνω στην πίτσα τυρί με έντονη γεύση.

γαρνιτούρα

noun (sauce or sprinkles for ice cream) (σε παγωτό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My favorite dessert topping is whipped cream.

υλικό για πίτσα

noun (food added to a pizza)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You can use almost anything as a pizza topping - sausage, green peppers, and even pineapple.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του topping στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του topping

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.