Τι σημαίνει το bugs στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης bugs στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του bugs στο Αγγλικά.

Η λέξη bugs στο Αγγλικά σημαίνει ημίπτερο, έντομο, ιός, σφάλμα, κοριός, φανατικός, μικρόβιο, βάζω κοριό σε κπ, βάζω κοριό σε κτ, γουρλώνω, ενοχλώ, πειράζω, αναστατώνομαι, το βάζω στα πόδια, το σκάω, παρατάω, κοριός, εντομοαπωθητικό, εντομοαπωθητικό σπρέυ, ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα, γουρλομάτης, χωρίς ιούς, γεμάτος έντομα, πυγολαμπίδα, διορθώνω σφάλμα προγραμματισμού, πασχαλίτσα, πυγολαμπίδα, ψευδόκοκκος, Αμερικανική κατσαρίδα, έντομο της οικογένειας Armadillidiidae, κοριός, ονίσκος, φασματώδες, βρομούσα, φασματώδες έντομο, υδρόβιο έντομο, ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης bugs

ημίπτερο

noun (insect: hemiptera)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Lisa is an entomologist; she studies bugs and beetles.

έντομο

noun (mainly US, informal (insect)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Someone left the window open, and now the house is full of bugs!
Κάποιος άφησε ανοιχτό το παράθυρο και τώρα το σπίτι είναι γεμάτο μαμούνια (or: ζουζούνια)!

ιός

noun (informal (virus, bacteria)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I must have caught your flu bug. I feel awful!

σφάλμα

noun (computer: error)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There was a bug in the program that caused the computer to crash.
Υπήρχε ένα σφάλμα στο πρόγραμμα που έκανε τον υπολογιστή να κρασάρει.

κοριός

noun (wiretap: covert listening device)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Christian discovered a bug attached to the smoke detector in his hotel room.
Ο Κρίστιαν ανακάλυψε έναν κοριό πάνω στον ανιχνευτή καπνού στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενε.

φανατικός

noun (informal, as suffix (enthusiast)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Geoff is a camera bug; he is always taking pictures.

μικρόβιο

noun (informal (interest in [sth]) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I caught the cooking bug when I lived in Italy.
Κόλλησα το μικρόβιο της μαγειρικής όταν ζούσα στην Ιταλία.

βάζω κοριό σε κπ

transitive verb (wiretap, listen covertly to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The police started bugging him eight months ago.
Η αστυνομία άρχισε να τον παρακολουθεί με κοριούς πριν από οχτώ μήνες.

βάζω κοριό σε κτ

transitive verb (attach listening device)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The FBI bugged the office in order to catch the suspect.
Το FBI έβαλε κοριό στο γραφείο για να συλλάβει τον ύποπτο.

γουρλώνω

intransitive verb (US (eyes: protrude)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
With her eyes bugging, Vivian tried to quell her shock and compose herself.

ενοχλώ, πειράζω

transitive verb (slang (bother)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm trying to concentrate, so stop bugging me.

αναστατώνομαι

phrasal verb, intransitive (US, slang (be upset, afraid)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

το βάζω στα πόδια, το σκάω

phrasal verb, intransitive (US, slang (flee in panic) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παρατάω

(US, slang (abandon)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κοριός

noun (wingless parasite)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Steam cleaners can be used to eradicate bed bugs from mattresses.

εντομοαπωθητικό

noun (US (chemical deterring insects)

εντομοαπωθητικό σπρέυ

noun (liquid that kills insects)

ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα

noun (device for killing insects)

γουρλομάτης

adjective (figurative, informal (with bulging eyes)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

χωρίς ιούς

adjective (code, software)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

γεμάτος έντομα

adjective (full of insects)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

πυγολαμπίδα

noun (flying insect that glows)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The children ran around the yard trying to catch fireflies.

διορθώνω σφάλμα προγραμματισμού

verbal expression (correct software error) (πληροφορική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πασχαλίτσα

noun (spotted beetle)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ladybugs are very beneficial in a garden.

πυγολαμπίδα

(insect)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ψευδόκοκκος

noun (plant-eating insect) (είδος εντόμου)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

Αμερικανική κατσαρίδα

noun (US (insect: cockroach) (ζωολογία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έντομο της οικογένειας Armadillidiidae

(crustacean)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κοριός

noun (insect that feeds on plants)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ονίσκος

noun (US, regional (woodlouse) (παράσιτο)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φασματώδες

noun (very slender insect)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βρομούσα

noun (bad-smelling insect)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

φασματώδες έντομο

noun (US, colloquial (insect: resembles a stick) (τάξη εντόμου)

υδρόβιο έντομο

noun (aquatic insect)

ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα

noun (device for killing insects)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Zoe used the zapper to kill the mosquito.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του bugs στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του bugs

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.