Τι σημαίνει το conducir στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης conducir στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του conducir στο ισπανικά.

Η λέξη conducir στο ισπανικά σημαίνει οδηγώ, οδηγώ, δίνω ώθηση σε κτ, είμαι στο τιμόνι, άγω, μεταφέρω, οδηγώ, οδηγώ, οδηγάω, οδηγώ μηχανή, ηγούμαι, οδηγώ, οδηγώ, κάνω βόλτες, χαρίζω, διεξάγω, είμαι αρχηγός, οδηγώ, οδηγώ, μεταφέρω, οδήγηση, καθοδηγώ, μεταφέρω, οδηγώ, μεταφέρω, πηγαίνω, μεταφέρω, κατευθύνω, στρέφω, οδηγώ, πηγαίνω με κτ, οδηγώ, φέρνω, είμαι σκίπερ, οδηγώ, οδηγώ, οδηγώ, οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ, κάνω όπισθεν, άδεια οδήγησης, οδηγώ υπό την επήρεια αλκοόλ, εκπαίδευση οδηγών, οδήγηση υπό την επήρεια του αλκοόλ, πάω οδηγώντας, οδηγώ μέχρι κτ, οδηγώ σε κτ, οδηγώ σε κτ, οδηγώ, καθοδηγώ, καθοδηγώ κπ σε κτ, οδήγησης, κλήση λόγω οδήγησης υπό την επήρεια, πρόστιμο γιατί οδηγούσα μεθυσμένος, οδηγώ μοτοποδήλατο, κολλάω πίσω από το μπροστινό αμάξι, -, οδηγώ άδειο όχημα, κατευθύνω, οδηγώ, στρέφω, μεταφέρω, προκαλώ, δημιουργώ, καβαλάω μηχανή, οδηγώ σε κτ, οδηγώ, αντικαθιστώ, αναπληρώνω, οδηγώ πάνω σε κτ, επιβάλλω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης conducir

οδηγώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Todavía no puedo conducir. Tengo solo 15 años.
Δεν μπορώ να οδηγήσω ακόμα. Είμαι μόνο 15 χρονών.

οδηγώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Quieres conducir mi coche nuevo?
Θέλεις να οδηγήσεις το καινούριο μου αυτοκίνητο;

δίνω ώθηση σε κτ

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Gastar dirige la economía.
Οι δαπάνες δίνουν ώθηση στην οικονομία.

είμαι στο τιμόνι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

άγω, μεταφέρω

verbo transitivo (στη φυσική: φέρω, μεταδίδω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los cables conducen la electricidad. El agua conduce el sonido.
Το νερό είναι αγωγός του ήχου.

οδηγώ

(κινούμε ή δίνω κατεύθυνση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο Μικ οδηγούσε το αμάξι στα μονοπάτια της υπαίθρου.

οδηγώ, οδηγάω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Condujimos por todo el campo en un viejo 2CV.

οδηγώ μηχανή

(una moto)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El fin de semana pasado conduje la moto de 500 cc de mi hermano.
Το προηγούμενο σαββατοκύριακο πήρα τη μηχανή του αδελφού μου που είναι πεντακοσάρα.

ηγούμαι

(διευθύνω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El inspector en jefe conduce la investigación.
Ο αστυνόμος ηγείται της έρευνας.

οδηγώ

(ES)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El hombre que conducía el sedán negro era alto y usaba lentes oscuros.

οδηγώ

(κπ στο να κάνει κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El interés de Jennifer en los animales la condujo a convertirse en veterinaria.
Το ενδιαφέρον της Τζένιφερ για τα ζώα την οδήγησε στο να γίνει κτηνίατρος.

κάνω βόλτες

verbo intransitivo (με όχημα)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Sally condujo por la ciudad en su nuevo coche saludando a sus amigos.

χαρίζω

(τη νίκη σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El gran jugador condujo al equipo a la victoria.
Ο διάσημος παίκτης οδήγησε την ομάδα του στη νίκη.

διεξάγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El diario intenta dañar la reputación de la celebridad conduciendo una campaña de mala publicidad.

είμαι αρχηγός

(με γενική: μιας ομάδας)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Condujo su equipo a la victoria en el último partido.

οδηγώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él la condujo (or: llevó) hasta su asiento.

οδηγώ, μεταφέρω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El policía condujo al prisionero a su celda.
Ο υπάλληλος οδήγησε τον κρατούμενο στο κελί του.

οδήγηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El manejo es una habilidad muy útil de aprender.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η οδήγηση τη νύχτα μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

καθοδηγώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El guía turístico guía a la gente a través de la ciudad.
Ο ξεναγός ξεναγεί τον κόσμο στην πόλη.

μεταφέρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Este caño transporta agua.
Αυτός ο σωλήνας μεταφέρει νερό.

οδηγώ

(κάποιον σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estudiantes voluntarios nos dirigieron hasta nuestros asientos.
Μας οδήγησαν στις θέσεις μας εθελοντές μαθητές.

μεταφέρω, πηγαίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ya es hora de llevar el ganado a su nueva pastura.

μεταφέρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estas tuberías transportan agua al calentador.
Αυτοί οι σωλήνες μεταφέρουν νερό στον λέβητα.

κατευθύνω, στρέφω, οδηγώ

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Patrick pronto llevó la conversación a su tema favorito.

πηγαίνω με κτ

(desplazarse a un lugar)

Va en bici a la escuela todos los días.
Πηγαίνει καθημερινά με το ποδήλατο στο σχολείο.

οδηγώ

verbo transitivo (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El sacerdote dirige (or: conduce) en oración a la congregación.
Ο ιερέας οδηγεί το εκκλησίασμα σε προσευχή.

φέρνω

(άτομο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Trae a un amigo cuando vengas a cenar.
Φέρε και κάποιον φίλο σου, όταν έρθεις για το δείπνο.

είμαι σκίπερ

(σε κάποιο σκάφος)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Debes tener una calificación reconocida para manejar uno de nuestros botes.

οδηγώ

verbo transitivo (κάποιον σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Llévalos (or: condúcelos) a un acuerdo con argumentos lógicos.
Οδήγησέ τους σε συμφωνία με λογικά επιχειρήματα.

οδηγώ

(figurado) (σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La adicción lo empujó a una vida de crimen y miseria.
Η εξάρτηση τον οδήγησε σε μια ζωή εγκλήματος και μιζέριας.

οδηγώ

(figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sus hijos siempre la llevan al borde de la locura.
Τα παιδιά της την οδηγούν (or: φτάνουν) στην τρέλα.

οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ

Llevó la conversación a un tema en particular.

κάνω όπισθεν

(αυτοκίνητο)

Un pitido muy alto alertaba a los usuarios de la carretera cuando el camión retrocedía.

άδεια οδήγησης

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Tengo mi licencia para conducir desde hace 15 años.
Έχω άδεια οδήγησης εδώ και 15 χρόνια.

οδηγώ υπό την επήρεια αλκοόλ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rich fue arrestado por conducir bajo los efectos del alcohol.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Τον συνέλαβαν γιατί οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ.

εκπαίδευση οδηγών

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

οδήγηση υπό την επήρεια του αλκοόλ

locución verbal

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πάω οδηγώντας

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Creo que no deberías conducir tu mismo hasta el hospital.

οδηγώ μέχρι κτ, οδηγώ σε κτ

(αν είμαι οδηγός)

Después de trabajar, Joel condujo hasta la casa de su amigo para ver el partido.

οδηγώ σε κτ

οδηγώ, καθοδηγώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καθοδηγώ κπ σε κτ

(persona)

οδήγησης

locución adjetiva (σε γενική)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
Fue a clases de manejo porque nadie en su familia le enseñaba.
Πήγε σε σχολή οδήγησης γιατί κανείς από την οικογένειά της δεν της μάθαινε να οδηγεί.

κλήση λόγω οδήγησης υπό την επήρεια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρόστιμο γιατί οδηγούσα μεθυσμένος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οδηγώ μοτοποδήλατο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El verano pasado fui y volví en moto hasta la costa.

κολλάω πίσω από το μπροστινό αμάξι

(vehículo) (μτφ, καθομ, ανεπίσημο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
No conduzcas demasiado pegado al vehículo de delante, ¡es peligroso!

-

locución verbal

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

οδηγώ άδειο όχημα

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατευθύνω, οδηγώ, στρέφω

(μεταφορικά: κπ προς κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los padres de Ben dirigieron a su hija hacia una carrera en finanzas.
Οι γονείς της Μπεθ την προσανατολίζουν προς μια καριέρα στα οικονομικά.

μεταφέρω

(με αυτοκίνητο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando Jonathan se quebró la pierna, tuve que conducir para él.

προκαλώ, δημιουργώ

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un buen trabajo en equipo conduce a una mejor productividad laboral.

καβαλάω μηχανή

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

οδηγώ σε κτ

(μεταφορικά)

οδηγώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estas escaleras van al ático.
Αυτές οι σκάλες πάνε στη σοφίτα.

αντικαθιστώ, αναπληρώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fred Jones está de vacaciones esta semana, así que el humorista Jack Burton conducirá el programa en su lugar.
Ο Φρεντ Τζόουνς είναι σε διακοπές αυτή την εβδομάδα και θα τον αντικαταστήσει ο κωμικός Τζακ Μπάρτον στο αποψινό σόου.

οδηγώ πάνω σε κτ

(arena, ripio, pedregullo)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El conductor condujo lentamente sobre la gravilla suelta.
Ο οδηγός οδήγησε αργά πάνω στα χαλίκια.

επιβάλλω

locución verbal (βαθμούς ποινής στην άδεια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La corte anotó el permiso de conducir de Jack con infracciones de seis puntos.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του conducir στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του conducir

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.