Τι σημαίνει το deserted στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης deserted στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του deserted στο Αγγλικά.

Η λέξη deserted στο Αγγλικά σημαίνει εγκαταλελειμμένος, παραμελημένος, εγκαταλελειμμένος, έρημος, έρημος, ερημικός, έρημος, εγκαταλείπω, εγκαταλείπω, εγκαταλείπω, εγκαταλείπω τη θέση μου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης deserted

εγκαταλελειμμένος

adjective (person: abandoned)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Social services found new homes for the deserted children.

παραμελημένος

adjective (post, duty: neglected) (καθήκον)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The deserted security guard post made the building's residents uneasy.

εγκαταλελειμμένος

adjective (place: empty)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Looking around the deserted store, the manager thought he might as well send some of the staff home.

έρημος

noun (arid region)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Cacti can survive the lack of rainfall in the desert.
Οι κάκτοι μπορούν να επιζήσουν της έλλειψης βροχής στην έρημο.

έρημος

noun (figurative (place: lacks [sth]) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Most of the former Soviet Union was considered a desert for the arts.
Το μεγαλύτερο μέρος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης θεωρούνταν μια έρημος για τις τέχνες.

ερημικός, έρημος

adjective (barren, desolate) (έμφαση στην έλλειψη ανθρώπων)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There is little foliage on this desert island.
Υπάρχει ελάχιστη βλάστηση στο άγονο αυτό νησί.

εγκαταλείπω

transitive verb ([sb], [sth]: abandon)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
After he lost his money, his friends deserted him.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Την παράτησε ο άντρας της για μια εικοσάρα.

εγκαταλείπω

transitive verb (military (post: leave without permission) (χωρίς άδεια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Amid the confusion, the soldier deserted his post.
Εν μέσω της γενικότερης ταραχής, ο στρατιώτης εγκατέλειψε το πόστο του.

εγκαταλείπω

transitive verb (duties: forsake)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She deserted the project.
Εκείνη παράτησε το πρότζεκτ.

εγκαταλείπω τη θέση μου

intransitive verb (leave post without permission)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He deserted, and was last seen running to the rear.
Λιποτάκτησε και τελευταία φορά τον είδαν να τρέχει στα μετόπισθεν.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του deserted στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του deserted

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.