Τι σημαίνει το drive into στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης drive into στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του drive into στο Αγγλικά.

Η λέξη drive into στο Αγγλικά σημαίνει μπαίνω σε κτ, προσκρούω, οδηγώ, οδηγώ, πηγαίνω, κινώ, πηγαίνω κπ σε κτ, οδηγώ, δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ, δίνω ώθηση σε κτ, κίνησης, οδήγηση, βόλτα με το αυτοκίνητο, θέληση, επιμονή, φορτίο, ορμή, κούρσα, επίθεση, εκστρατεία, ενέργεια, ενεργητικότητα, σύστημα μετάδοσης κίνησης, drive, βολή, οδηγός, οδός, ιδιωτικός δρόμος, δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ, παρασύρομαι, προχωράω, πάω με αυτοκίνητο, παίρνω το αυτοκίνητο, χτυπάω, στέλνω, προωθώ, οδηγώ, δίνω κίνητρο, οδηγώ, οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ, καρφώνω, στέλνω κτ σε κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης drive into

μπαίνω σε κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (enter: in a vehicle) (με όχημα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You will receive a ticket when you drive into the parking garage.

προσκρούω

phrasal verb, transitive, inseparable (crash: a vehicle)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The drunk driver drove into a wall.
Ο πιωμένος οδηγός στούκαρε σε τοίχο.

οδηγώ

intransitive verb (operate a vehicle)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I can't drive yet. I'm only 15.
Δεν μπορώ να οδηγήσω ακόμα. Είμαι μόνο 15 χρονών.

οδηγώ

transitive verb (operate: a vehicle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Would you like to drive my new car?
Θέλεις να οδηγήσεις το καινούριο μου αυτοκίνητο;

πηγαίνω

transitive verb (passenger: transport)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'll be late to the show unless you can drive me.
Θα αργήσω στην παράσταση εκτός αν με πας με το αυτοκίνητο.

κινώ

transitive verb (cause movement)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Wind drives the fan and creates electricity.
Ο αέρας κινεί την ανεμογεννήτρια, και έτσι παράγεται ηλεκτρισμός.

πηγαίνω κπ σε κτ

transitive verb (passenger: transport) (καθομιλουμένη)

Could you drive me to the station?
Θα μπορούσες να με πας στο σταθμό;

οδηγώ

(figurative (compel, cause) (σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The addiction drove him to a life of crime and misery.
Η εξάρτηση τον οδήγησε σε μια ζωή εγκλήματος και μιζέριας.

δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ

(figurative (compel, cause)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The desire to make her parents proud is what drives her to succeed.
Η επιθυμία να κάνει τους γονείς της περήφανους είναι αυτό που της δίνει κίνητρο για να πετύχει.

δίνω ώθηση σε κτ

transitive verb (figurative (push, power)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Spending drives the economy.
Οι δαπάνες δίνουν ώθηση στην οικονομία.

κίνησης

adjective (part of machine) (σε γενική: σύστημα)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
There's a problem in the drive train.

οδήγηση

noun (journey by car) (πράξη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The drive was really tiring.
Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό.

βόλτα με το αυτοκίνητο

noun (pleasure trip)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Let's go for a drive in the country.

θέληση, επιμονή

noun (push)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
His drive to succeed led him into business.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει τον απαιτούμενο δυναμισμό, για να επιτύχει στον καλλιτεχνικό χώρο;

φορτίο

noun ([sth] driven: animals, cargo)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The whole drive of cattle fell ill and nearly died en route.

ορμή

noun (psychology: urge) (πολύ έντονη επιθυμία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has difficulty controlling his drives.

κούρσα

noun (forward course)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They somehow found the energy for a final drive for the finish line.

επίθεση

noun (military thrust)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The army's drive into enemy territory was a great success.

εκστρατεία

noun (charity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The spring fund-raising drive was very successful.

ενέργεια, ενεργητικότητα

noun (energy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She's got a lot of drive and that motivates everyone.

σύστημα μετάδοσης κίνησης

noun (machinery)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The belt drive is poorly designed.

drive

noun (automobiles) (κιβώτιο ταχυτήτων)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Move the car from neutral to drive and release the brakes.

βολή

noun (sports: hitting)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Her drive sent the ball right past her opponent.

οδηγός

noun (computing)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Insert the CD into the drive.

οδός

noun (road name) (σε διεύθυνση)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Jane's address is 65 Poplar Drive.

ιδιωτικός δρόμος

noun (driveway: path from house to road) (κατά λέξη)

An expensive-looking sports car turned into the drive. // Sarah parked her car in the driveway.
Η Σάρα πάρκαρε το αυτοκίνητό της στην είσοδο του κήπου.

δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ

verbal expression (figurative (motivate)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
What drives her to succeed is a desire to make her parents proud.

παρασύρομαι

intransitive verb (be impelled)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The yacht drove before the strong wind.

προχωράω

intransitive verb (go forward vigorously) (με ορμή, ταχύτητα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The storm drove onwards, gathering strength.

πάω με αυτοκίνητο, παίρνω το αυτοκίνητο

intransitive verb (travel by vehicle)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Shall we drive or take the train?

χτυπάω

intransitive verb (sports: hit or kick)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
In golf, I find driving easier than putting.

στέλνω

transitive verb (sport: hit, kick)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kane drove a low shot past the goalkeeper.

προωθώ

transitive verb (baseball: advance)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He drove the runner home with a hit.

οδηγώ

transitive verb (logs: float down river)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They drove the logs down the river.

δίνω κίνητρο

transitive verb (figurative (motivate)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ian's desire to be the best is what drives him.

οδηγώ

transitive verb (figurative (provoke) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Her children always drive her to the point of madness.
Τα παιδιά της την οδηγούν (or: φτάνουν) στην τρέλα.

οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ

transitive verb (figurative (push)

She drove the conversation to a certain topic.

καρφώνω

(nail, blade: hammer) (καρφί, μαχαίρι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He drove the nail into the wall.

στέλνω κτ σε κτ

(sport: hit, kick)

She drove the ball into the net.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του drive into στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.