Τι σημαίνει το hoping στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης hoping στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του hoping στο Αγγλικά.

Η λέξη hoping στο Αγγλικά σημαίνει ελπίζω, ελπίζω, ελπίζω σε κτ, ελπίδα, ελπίδα, ελπίδα, ελπίζω, χάνω τις ελπίδες μου, εγκαταλείπω κάθε ελπίδα, ένδειξη ελπίδας, ορκίζομαι στη ζωή μου, ορκίζομαι να πεθάνω, φρούδες ελπίδες, μάταιη ελπίδα, φρούδα ελπίδα, αισιόδοξος, γεμάτος αισιοδοξία, απελπίζομαι, παραιτούμαι, χάνω κάθε ελπίδα να κάνω κτ, αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας, τρέφω ελπίδες για κτ, είμαι αισιόδοξος, μπαούλο για προίκα, ελπίζω για το καλύτερο, ελπίζω στο Θεό, ελπίζοντας πως, με την ελπίδα πως, χάνω τις ελπίδες μου, χάνω κάθε ελπίδα, χωρίς ελπίδα, αποκλείεται, καμία τύχη, σε καμία περίπτωση, τρέφω την ελπίδα ότι/πως, τρέφω την ελπίδα ότι/πως θα κάνω κτ, μόνη ελπίδα, μοναδική ελπίδα, αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας, κάποια ελπίδα/αισιοδοξία, σιγά μη, αποκλείεται, χωρίς ελπίδα, απελπιστικός, απελπισμένος, αβοήθητος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης hoping

ελπίζω

transitive verb (desire) (να γίνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We hope that you will recover quickly.
Ελπίζουμε να αναρρώσεις γρήγορα.

ελπίζω

transitive verb (expect) (να γίνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We hope that we'll be able to move house before the end of next year.
Ελπίζουμε να μπορέσουμε να αλλάξουμε σπίτι πριν το τέλος του επόμενου έτους.

ελπίζω σε κτ

(desire sincerely)

We hope for better news soon.

ελπίδα

noun (desire) (επιθυμία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has a lot of hopes for the future.
Τρέφει μεγάλες ελπίδες για το μέλλον.

ελπίδα

noun (expectation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She has high hopes of getting the job.

ελπίδα

noun ([sb], [sth] you rely on)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You're our only hope!

ελπίζω

intransitive verb (feel [sth] may occur)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I don't know if it will work, but we can always hope.

χάνω τις ελπίδες μου, εγκαταλείπω κάθε ελπίδα

(give up all hope forever)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The relatives of the missing say they are not ready to abandon hope.

ένδειξη ελπίδας

noun (figurative ([sth] giving hope)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ορκίζομαι στη ζωή μου, ορκίζομαι να πεθάνω

interjection (infantile (promise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mum, I'll clean my room in the morning. Cross my heart and hope to die!

φρούδες ελπίδες

noun (misplaced optimism)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μάταιη ελπίδα, φρούδα ελπίδα

noun (faint hope)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Her parents have a forlorn hope that she may still be alive.

αισιόδοξος, γεμάτος αισιοδοξία

adjective (very optimistic)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She is full of hope that they will discover a cure before it is too late.

απελπίζομαι

verbal expression (be pessimistic)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
When looking for a job, the key is not to give up hope.

παραιτούμαι

verbal expression (be resigned)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The team never gave up hope of victory.

χάνω κάθε ελπίδα να κάνω κτ

verbal expression (be resigned)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The couple had given up hope of having a child.

αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας

noun (optimistic sign) (μεταφορικά, λόγιος)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Recent data has offered a glimmer of hope that the European economy is improving.

τρέφω ελπίδες για κτ

verbal expression (stay optimistic)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Police do not hold out much hope of catching the culprits.

είμαι αισιόδοξος

verbal expression (stay optimistic)

We are hoping against hope that one day he'll come home to us.

μπαούλο για προίκα

noun (dated (woman's wedding trunk)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ελπίζω για το καλύτερο

verbal expression (be optimistic)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm not sure whether it will rain; we'll just have to hope for the best.

ελπίζω στο Θεό

verbal expression (hope sincerely)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tim hoped to God the Wifi was working in the hostel.

ελπίζοντας πως, με την ελπίδα πως

(eagerly anticipating that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I am writing to you in the hope that you will be able to offer me a job.

χάνω τις ελπίδες μου, χάνω κάθε ελπίδα

(become pessimistic)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's been three days, I'm losing hope of ever finding my puppy again.

χωρίς ελπίδα

noun (grim prospect or outlook)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
There's no hope for him, his illness is too severe.

αποκλείεται, καμία τύχη, σε καμία περίπτωση

noun (not a chance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My watch fell into the river, there's no hope I'll get it back.

τρέφω την ελπίδα ότι/πως

verbal expression (hope)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τρέφω την ελπίδα ότι/πως θα κάνω κτ

verbal expression (dream of doing [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μόνη ελπίδα, μοναδική ελπίδα

noun (informal (sole potential solution or remedy)

There's no other choice; this is our only hope.

αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας

noun (reason for optimism)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
There was a ray of hope for the economy when the stock market improved. The advances in medicine give a ray of hope for a cancer cure.

κάποια ελπίδα/αισιοδοξία

noun (a degree of optimism)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I answered all the questions, so I have some hope I'll pass the exam.

σιγά μη, αποκλείεται

interjection (ironic, informal (that is unlikely) (ειρωνικά/καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
“This time next year I'll be a millionaire.” “Ha! - some hope!”

χωρίς ελπίδα

adverb (desperately, helplessly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
After being stranded in the woods for three days, the hikers felt their situation was without hope.

απελπιστικός, απελπισμένος, αβοήθητος

adjective (desperate, helpless)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του hoping στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του hoping

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.