Τι σημαίνει το juego στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης juego στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του juego στο ισπανικά.

Η λέξη juego στο ισπανικά σημαίνει παιχνίδι, τζόγος, γκέιμ, απόδοση, παιχνίδι, σετ, βιομηχανία τζόγου, σετ, σετ επίπλων, διασκέδαση, χαλάρωση, τζόγος, κενό, παιχνίδι, παιχνίδισμα, μπάλα, παιχνίδι, σετ ζακέτα και μπλούζα, εξοπλισμός, σχέδιο εξαπάτησης/παραπλάνησης, τζογάρω, παίζω, παίζω, χαζολογώ, χαζεύω, παίζω, παίζω, ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω, παίζω, παίζω, τζογάρω, στοιχηματίζω, παιδιαρίζω, στοιχηματίζω, ποντάρω, κάνω πλάκα, στοιχηματίζω, παίζω, καζίνο, φινάλε, γήπεδο, γήπεδο ποδοσφαίρου, ηλεκτρονικό παιχνίδι, παιχνίδι με ένα σκοινί που τυλίγεται στα δάχτυλα, παιδικό παιχνίδι με κατασκευές, παιχνίδι ρίψης κρίκων, παίζομαι, φιλικός, είμαι οφσάιντ, διακύβευμα, μέσα, διακυβεύεται, είναι παιχνιδάκι, είναι παιχνιδάκι, προκαταρκτικά, λογοπαίγνιο, εργαλειοθήκη, μαγικό νούμερο εξαφάνισης, σερβίτσιο, γρήγορες και δεξιοτεχνικές κινήσεις ποδιών, λογοπαίγνιο, στοίχημα, σύντροφος στο παιχνίδι, άμυνα, θρίλερ, επιτραπέζιο παιχνίδι, τυχερό παιχνίδι, παιχνίδι ικανοτήτων, παιχνίδι δεξιοτήτων, αγκαλιές και φιλιά, διελκυστίνδα, παιχνίδι που παίζεται με μπάλα, καλώδιο μπαταρίας, τραπέζι για χαρτοπαίγνιο, εύκολη δουλειά, σχεδόν το ίδιο, πολύ όμοιο, εθισμένος στα τυχερά παιχνίδια, τραπεζαρία, σετ με πιάτα και μαχαιροπήρουνα, διφορούμενο σχόλιο, αμφισημία, χρέος από τζόγο, ερωτικό άγγιγμα, λογοπαίγνιο, γήπεδο, χώρος αθλητικών εκδηλώσεων, τριάδα, σετ από τρία αντικείμενα, ζευγάρι, σερβίτσιο τσαγιού, σερβίτσιο τσαγιού, σετ εργαλείων, παιχνίδι για τον υπολογιστή, τίμιο παιχνίδι, αντικανονική ενέργεια, φρουτάκια, το κυνήγι του θησαυρού. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης juego

παιχνίδι

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Participamos en varios juegos a la salida del colegio.
Παίζουμε διάφορα παιχνίδια μετά το σχολείο.

τζόγος

nombre masculino (καθομ, αποδοκιμασίας)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Después de que su esposa muriera, Kyle se metió en el juego y perdió todo su dinero.
Όταν πέθανε η σύζυγός του, ο Κάιλ έμπλεξε με τον τζόγο και έχασε όλα του τα χρήματα.

γκέιμ

nombre masculino (tenis)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Con este punto él gana el juego, el set y el partido.
Με αυτό τον πόντο θα κερδίσει το γκέιμ, το σετ και τον αγώνα.

απόδοση

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Su juego fue malo durante todo el mes de mayo, pero mejoró en junio.

παιχνίδι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Lo que había entre ellos solo era un devaneo, nada serio.
Ήταν απλά παιχνίδια, τίποτα σοβαρό.

σετ

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
No te preocupes, voy por mi equipo de herramientas y lo arreglo.

βιομηχανία τζόγου

nombre masculino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El juego está creciendo a un ritmo extremadamente rápido.

σετ

nombre masculino (ρούχα)

σετ επίπλων

nombre masculino

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Tim y Lucy acaban de comprar un juego nuevo para su salón.

διασκέδαση, χαλάρωση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
No tienes tiempo para juegos cuando diriges tu propia compañía.
Δεν έχεις χρόνο για διασκέδαση όταν διοικείς τη δική σου εταιρεία.

τζόγος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Adquirió una buena cantidad de deudas de juego.

κενό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Hay demasiado juego entre la rueda y el eje.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Δεν το έχεις βιδώσει καλά, κοίτα πόσο παίζει.

παιχνίδι

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
En este torneo verás un juego de primera categoría.

παιχνίδισμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Miraban el juego de luces sobre el agua.

μπάλα

(AmL) (μόνο για ποδόσφαιρο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
¡Que empiece el juego! ¡Deberíamos haber empezado hace diez minutos!

παιχνίδι

(Η/Υ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tom se pasa todos los fines de semana ocupado con sus videojuegos.

σετ ζακέτα και μπλούζα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εξοπλισμός

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El senderista cogió su equipo y salió para la montaña.
Ο πεζοπόρος πήρε τον εξοπλισμό του και πήγε στα βουνά.

σχέδιο εξαπάτησης/παραπλάνησης

(desaprobación)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Estoy cansada de tus jueguecitos. ¿Por qué no puedes ser honesto por una sola vez?

τζογάρω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Vamos a jugar a Las Vegas una vez al año.

παίζω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los niños están jugando.
Τα παιδιά παίζουν.

παίζω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

χαζολογώ, χαζεύω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Como tenemos mucho trabajo que hacer, no hay tiempo para jugar.

παίζω

(informal, figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ojalá Derek dejara de jugar y tomara un decisión sobre sus intenciones.

παίζω

verbo intransitivo (κυριολεκτικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los chicos pasaron la tarde jugando.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμά τους παίζοντας.

ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jugué todo mi dinero en el casino.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Διακινδύνεψε τη ζωή του στη θάλασσα, προσπαθώντας να σώσει τον άγνωστο.

παίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Es tu turno para jugar.
Είναι σειρά σου να παίξεις.

παίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Nos gustaría jugar también.
Θέλουμε και εμείς να παίξουμε.

τζογάρω, στοιχηματίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Raramente apuesto, pero no pude evitar hacer una apuesta por ese caballo.

παιδιαρίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

στοιχηματίζω, ποντάρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mujer apostó los ahorros de toda su vida en el casino y perdió todo.

κάνω πλάκα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No lo dije en serio, sólo bromeaba.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η Έιμι απλά αστειευόταν με τους φίλους της, αλλά βρήκε τον μπελά της γι' αυτό στο σχολείο.

στοιχηματίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Η απόδοση είναι 11/2 άρα αν στοιχηματίσεις 2 λίρες και το άλογό σου κερδίσει θα πάρεις 11 λίρες.

παίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los niños jugueteaban en el patio.

καζίνο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Muchos estados han abierto casinos para atraer a los turistas.
Σε διάφορες πολιτείες έχουν ανοίξει καζίνο για να προσελκύσουν τουρίστες.

φινάλε

(σκάκι)

Debido a que su torre se encontraba atrapada, Brian llegó al final de su partida de ajedrez.

γήπεδο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los niños usan la cancha para jugar fútbol, rugby y hockey.

γήπεδο ποδοσφαίρου

(de fútbol)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La cancha de fútbol estaba inundada, así que tuvimos que posponer el partido.
Το γήπεδο ποδοσφαίρου ήταν γεμάτο νερό και έτσι ο αγώνας έπρεπε να αναβληθεί. Το πλοίο είναι τόσο μακρύ όσο τέσσερα γήπεδα ποδοσφαίρου.

ηλεκτρονικό παιχνίδι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mi hijo adora sentarse enfrente de la televisión y jugar a los videojuegos con sus amigos.
Ο γιος μου τρελαίνεται να κάθεται μπροστά από την τηλεόραση και να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια με τους φίλους του.

παιχνίδι με ένα σκοινί που τυλίγεται στα δάχτυλα

(juego)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

παιδικό παιχνίδι με κατασκευές

(ES, marca)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

παιχνίδι ρίψης κρίκων

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζομαι

(figurado) (μεταφορικά, καθομ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se juega mucho en el resultado de este concurso, ¡mi reputación, nada menos!
Παίζονται πολλά σε αυτό το διαγωνισμό, με πρώτο και καλύτερο τη φήμη μου!

φιλικός

(informal) (αθλητικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Las dos selecciones jugarán un amistoso el próximo sábado.
Οι δύο εθνικές ομάδες θα δώσουν έναν φιλικό αγώνα το άλλο Σάββατο.

είμαι οφσάιντ

(fútbol)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
El árbitro anuló el gol por offside.

διακύβευμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Es mucho lo que está en riesgo en estas elecciones ya que el ganador redactará la constitución.

μέσα

locución adverbial (deportes)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
La pelota estaba en juego cuando el lateral la pasó al delantero para que marcara un gol.

διακυβεύεται

locución adverbial

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Necesitas asegurarte de hacer tu trabajo correctamente pues tu reputación es la que está en juego.
Πρέπει να εξασφαλίσεις ότι θα κάνεις σωστά τη δουλειά γιατί παίζεται η επαγγελματική σου φήμη!

είναι παιχνιδάκι

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Para él, hablar ante un auditorio de cien personas, era un juego de niños.

είναι παιχνιδάκι

(CR, coloquial) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cualquiera puede pasar la prueba teórica de manejo: es un queque.

προκαταρκτικά

(sexo) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
A algunas personas les gusta más el juego previo que a otras.

λογοπαίγνιο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La gente siempre hace juegos de palabras con su apellido, que es Cola.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Μου αρέσουν οι διαφημίσεις με έξυπνα λογοπαίγνια.

εργαλειοθήκη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μαγικό νούμερο εξαφάνισης

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σερβίτσιο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La pareja recibió un nuevo juego de platos y cubiertos como regalo de bodas.

γρήγορες και δεξιοτεχνικές κινήσεις ποδιών

(σπορ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Isaac tiene un increíble juego de pies; es el mejor de nuestro equipo.

λογοπαίγνιο

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

στοίχημα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σύντροφος στο παιχνίδι

(για παιδιά)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

άμυνα

(rugby) (θέση ράγκμπι)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

θρίλερ

(μεταφορικά: αμφίρροπος)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

επιτραπέζιο παιχνίδι

nombre masculino

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Pasamos toda la tarde jugando juegos de mesa porque el clima estaba feo.
Μιας και ο καιρός ήταν πολύ κακός, περάσαμε όλο το απόγευμα παίζοντας επιτραπέζια.

τυχερό παιχνίδι

nombre masculino

El póker es un juego de azar.

παιχνίδι ικανοτήτων, παιχνίδι δεξιοτήτων

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El ajedrez es un juego de destreza.

αγκαλιές και φιλιά

nombre masculino (formal)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El juego amoroso en público es tabú en muchas culturas.

διελκυστίνδα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La gente más pesada siempre va atrás en el juego de tirar la cuerda.

παιχνίδι που παίζεται με μπάλα

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
No se permiten juegos de pelota en este parque.

καλώδιο μπαταρίας

(Esp)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπέζι για χαρτοπαίγνιο

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εύκολη δουλειά

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Terminé el crucigrama muy rápido; fue un juego de niños.

σχεδόν το ίδιο, πολύ όμοιο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Η τσάντα χειρός και τα παπούτσια της μητέρας μου δεν έχουν ακριβώς το ίδιο χρώμα, αλλά είναι πολύ όμοια.

εθισμένος στα τυχερά παιχνίδια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Marcos, un adicto al juego, perdió toda su herencia en las carreras.

τραπεζαρία

(τα έπιπλα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Mi juego de desayuno está empezando a verse bastante desgastado.

σετ με πιάτα και μαχαιροπήρουνα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Entre los regalos de boda figuraba un juego de vajilla para doce personas.

διφορούμενο σχόλιο

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No puede abrir la boca sin soltar algún juego de palabras.
Δε μπορεί να ανοίξει το στόμα του και να μην κάνει ένα διφορούμενο σχόλιο.

αμφισημία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La mayoría del humor en los textos de Shakespeare viene de los doble sentidos.

χρέος από τζόγο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ερωτικό άγγιγμα

(sexual)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λογοπαίγνιο

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Lamentablemente hay muchos juegos de palabras que se perderán en la traducción.

γήπεδο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χώρος αθλητικών εκδηλώσεων

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Los equipos estaban listos para entrar al terreno de juego y jugar el partido.

τριάδα, σετ από τρία αντικείμενα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
En vez de comprar una sola copa de vino, decidí comprar el juego de tres.

ζευγάρι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Compró un juego de velas en colores combinados.

σερβίτσιο τσαγιού

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le regalamos un juego de té.

σερβίτσιο τσαγιού

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Este juego de té me salió baratísimo.

σετ εργαλείων

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El juego de herramientas incluye una llave inglesa, un martillo, una sierra y tres destornilladores.

παιχνίδι για τον υπολογιστή

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
De nuevo está ocupado jugando a sus juegos de computadora.

τίμιο παιχνίδι

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El concepto de juego limpio es muy importante en los juegos olímpicos.

αντικανονική ενέργεια

(figurado)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El senador murió en un accidente de autos pero se sospecha que hubo juego sucio.

φρουτάκια

locución nominal femenina plural (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Se necesita una licencia especial para poner máquinas de juego en los bares.

το κυνήγι του θησαυρού

(παιχνίδι)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Nuestro equipo ganó la búsqueda del tesoro que organizaron en la escuela.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του juego στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του juego

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.