Τι σημαίνει το nearest στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης nearest στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του nearest στο Αγγλικά.

Η λέξη nearest στο Αγγλικά σημαίνει πλησιέστερος, κοντινότερος, πλησιέστερος, κοντινότερος, κοντινότερος, πλησιέστερος, που μοιάζει περισσότερο, κοντά, κοντά σε, κοντά σε, δίπλα σε, ένα βήμα πριν, σχεδόν, άμεσος, κοντινός, στενός, πλησιάζω, πλησιάζω, κοντινός, κοντινός, στενός, σχεδόν, κοντά σε, κοντινά και αγαπημένα πρόσωπα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης nearest

πλησιέστερος, κοντινότερος

adjective (physically closest)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Where's the nearest pharmacy?
Που είναι το κοντινότερο φαρμακείο;

πλησιέστερος

adjective (number: closest) (αριθμός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Round up to the nearest whole number.
Στρογγυλέψτε στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό.

κοντινότερος

adjective (most like [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I know none of these is the colour you wanted, but which is nearest?
Ξέρω ότι κανένα από αυτά δεν είναι το χρώμα που ήθελες, αλλά ποιο είναι το κοντινότερο;

κοντινότερος, πλησιέστερος

(most like) (μτφ: χρώματα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I am looking for the color that is nearest to the original green.

που μοιάζει περισσότερο

noun (closest thing, person)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
What language is the nearest to Welsh?

κοντά

adverb (within a short distance)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He gestured to us to come near.
Μας έκανε νόημα να έρθουμε κοντά.

κοντά σε

preposition (close to)

Near her feet, she found a coin.
Κοντά στα πόδια της, βρήκε ένα κέρμα.

κοντά σε, δίπλα σε

preposition (next to, beside)

Take the bicycle near you.
Πάρε το ποδήλατο κοντά σου.

ένα βήμα πριν

preposition (figurative (close to: state, condition) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She was near hysteria when we finally got there.
Ήταν στα πρόθυρα της υστερίας όταν επιτέλους φτάσαμε.

σχεδόν

preposition (time: almost)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It's near nine o'clock.
Κοντεύει εννιά η ώρα.

άμεσος

adjective (close in time)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I'll do the job in the near future.
Θα κάνω τη δουλειά στο προσεχές μέλλον.

κοντινός, στενός

adjective (closely related)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We have invited all the near relatives to the wedding.
Έχουμε καλέσει όλους τους κοντινούς συγγενείς στον γάμο.

πλησιάζω

intransitive verb (approach)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
She neared, and whispered a secret in my ear.
Πλησίασε και μου ψιθύρισε ένα μυστικό στο αυτί.

πλησιάζω

transitive verb (approach)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The landing plane neared the airport.
Το αεροπλάνο που προσγειωνόταν προσέγγισε το αεροδρόμιο.

κοντινός

adjective (close to original)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It is a near likeness of the original painting.

κοντινός, στενός

adjective (US (friends: intimate) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She gathered her near friends to tell them about her engagement.

σχεδόν

adverb (US, informal (all but, nearly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It's near five years since I've seen my friend.

κοντά σε

preposition (close in time)

They scored a point near the end of the game.
Πέτυχαν πόντο προς το τέλος του αγώνα.

κοντινά και αγαπημένα πρόσωπα

plural noun (close friends, relatives)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
We always spend this holiday with our nearest and dearest.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του nearest στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του nearest

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.