Τι σημαίνει το protective στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης protective στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του protective στο Αγγλικά.

Η λέξη protective στο Αγγλικά σημαίνει προστατευτικός, προστατευτικός με κπ, προστατευτικός, ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός, ατομικός εξοπλισμός προστασίας, ΜΑΠ, καπάκι, προληπτική κράτηση, ομάδα υψηλής προστασίας, προστατευτικός εξοπλισμός, ασφαλιστικό μέτρο, προστατευτικό σφράγισμα, προστατευτικό περίβλημα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης protective

προστατευτικός

adjective (person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Being a protective parent should not mean controlling every aspect of your children's lives.
Το να είσαι προστατευτικός γονέας δεν σημαίνει ότι πρέπει να ελέγχεις κάθε πλευρά της ζωής των παιδιών σου.

προστατευτικός με κπ

(person)

Bob is very protective of his children.
Ο Μπομπ είναι πολύ προστατευτικός με τα παιδιά του.

προστατευτικός

adjective (that protects)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The construction company provides its employees with protective clothing to keep them safe on site.
Η κατασκευαστική εταιρεία παρέχει προστατευτικά ρούχα στους υπαλλήλους της για να είναι ασφαλείς στο εργοτάξιο.

ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός, ατομικός εξοπλισμός προστασίας

noun (clothing worn for safety)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ΜΑΠ

noun (initialism (personal protective equipment) (σντμ: μέσα ατομικής προστασίας)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

καπάκι

noun (lid of a tube, jar or bottle)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The protective cap is supposedly hard for children to get off, but I can't get it off either!

προληπτική κράτηση

noun (detention for own safety)

ομάδα υψηλής προστασίας

noun (US (high-level security team)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

προστατευτικός εξοπλισμός

noun (safety clothing)

ασφαλιστικό μέτρο

noun (court injunction restraining [sb]) (συνήθως πληθυντικός)

προστατευτικό σφράγισμα

noun (airtight closure)

The bottle has a protective seal on it.

προστατευτικό περίβλημα

noun (cover: prevents damage)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του protective στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του protective

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.