Τι σημαίνει το respected στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης respected στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του respected στο Αγγλικά.

Η λέξη respected στο Αγγλικά σημαίνει αξιοσέβαστος, σημαντικός, σεβασμός, σεβασμός, άποψη, σεβασμός, εκτιμώ, σέβομαι, εκτιμώ, σέβομαι, εκτιμώ, σέβομαι, σέβομαι, σέβομαι, αξιοσέβαστος, αξιόπιστος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης respected

αξιοσέβαστος, σημαντικός

adjective (admired, trusted)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mark is a respected member of our community.

σεβασμός

noun (esteem, admiration)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He worked hard to gain the respect of his coworkers.
Δούλεψε σκληρά για να κερδίσει τον σεβασμό των συναδέλφων του.

σεβασμός

noun (consideration)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Out of respect for his desires, I won't go to the party.
Από σεβασμό για τις επιθυμίες του δεν θα πάω στο πάρτι.

άποψη

noun (aspect)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In which respect do you not like his personality?
Από ποια άποψη δεν σου αρέσει η προσωπικότητά του;

σεβασμός

noun (deference)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Even if you don't agree with your boss, you have to show respect.
Ακόμα κι αν δεν συμφωνείς με το αφεντικό σου, πρέπει να δείξεις σεβασμό.

εκτιμώ, σέβομαι

transitive verb (person: esteem)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
As an aspiring writer, I respect published authors.
Ως επίδοξος συγγραφέας εκτιμώ (or: σέβομαι) τους συγγραφείς, των οποίων τα έργα έχουν εκδοθεί.

εκτιμώ, σέβομαι

(person: esteem, admire) (κάποιον για κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They all respected him for his hard work.
Όλοι τον υπολήπτονται για την εργατικότητά του.

εκτιμώ, σέβομαι

verbal expression (person: admire) (κπ για κάτι που έκανε)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I really respect Phoebe for volunteering at the hospital.
Εκτιμώ πραγματικά τη Φοίβη που έγινε εθελόντρια στο νοσοκομείο.

σέβομαι

transitive verb (show regard for)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He respected his wife's desire to live as an artist.
Σεβάστηκε την επιθυμία της γυναίκας του να ζήσει μποέμικα.

σέβομαι

transitive verb (not intrude into)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He never respected the privacy of his children.
Ποτέ δεν σεβάστηκε την προσωπική ζωή των παιδιών του.

αξιοσέβαστος

adjective (person: widely admired)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

αξιόπιστος

adjective (source: trusted)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του respected στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του respected

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.