Τι σημαίνει το saisie στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης saisie στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του saisie στο Γαλλικά.

Η λέξη saisie στο Γαλλικά σημαίνει που έχει υποστεί θωράκισμα, που σχετίζεται με την ανάκτηση, που γίνεται με το πάτημα πλήκτρων, κατασχεμένος, που δεν τον έχουν αφήσει, άσκηση δικαιώματος κατασχέσεως εξ υποθήκης, ανάκτηση, επανάκτηση, αρπαγή, το να πάρω κτ πίσω, κατάσχεση, κατάσχεση, κατάσχεση, που τον πήρα πίσω, πληκτρολόγηση, δακτυλογράφηση, κατάσχεση, κατάσχεση, δήμευση, αρπάζω, κρατάω, πιάνω, πιάνω, καταλαβαίνω, πιάνω το νόημα, αρπάζω, αρπάζω, κατάσχω, καταλαβαίνω, αρπάζω, κατάσχω, πιάνω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, επωφελούμαι από κτ, κατάσχω, αρπάζω, απαθανατίζω, κατάσχω, καταλαμβάνω, κυριεύω, σκιαγραφώ, αρπάζω, αρπάζω, καταλαβαίνω, κατανοώ, αρπάζω, καταχωρώ, καταχωρίζω, κατάσχω, καταλαβαίνω, κατανοώ, καταλαβαίνω, γραπώνω, αρπάζω, αρπάζω, διεκδικώ ανάκτηση, διεκδικώ επανάκτηση, καταλαβαίνω, ανακαλύπτω, πληκτρολογώ, γρήγορη κίνηση, καταχωρώ, εισάγω, αντλώ, καταλαβαίνω, αρπάζω, αρπάζω,πιάνω, καταλαβαίνω, κατανοώ, πιάνω, αντιλαμβάνομαι, θωρακίζω, πιάνω, περιγράφω για να σατιρίσω, κατανοώ, εμπεδώνω, καταλαβαίνω, κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι, διακρίνω, χτυπάω, χτυπώ, κράτημα, πιάσιμο, πιάνω, σφίγγω, στοιχειοθετώ, ακούω, σφίγγω, . Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης saisie

που έχει υποστεί θωράκισμα

adjectif (μαγειρική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που σχετίζεται με την ανάκτηση

(bien, objet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που γίνεται με το πάτημα πλήκτρων

adjectif (Informatique : données,...)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατασχεμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

που δεν τον έχουν αφήσει

adjectif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

άσκηση δικαιώματος κατασχέσεως εξ υποθήκης

nom féminin (Droit) (νομικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
On s'attend à un pic des saisies cette année, qui devraient ensuite baisser.

ανάκτηση, επανάκτηση

nom féminin (Droit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αρπαγή

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

το να πάρω κτ πίσω

nom féminin (Droit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατάσχεση

nom féminin (Droit : drogues, armes)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La police a reçu beaucoup de bonne publicité après sa saisie d'armes illégales.

κατάσχεση

nom féminin (bien) (λόγω χρεών στην εφορία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατάσχεση

nom féminin (Droit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
À l'arrivée, la Cour a ordonné la saisie de la propriété.

που τον πήρα πίσω

nom féminin (objet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πληκτρολόγηση, δακτυλογράφηση

(διαδικασία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατάσχεση

nom féminin (Droit) (νομικός όρος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατάσχεση

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

δήμευση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αρπάζω, κρατάω, πιάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le cheval refusait de bouger alors j'ai saisi les rênes et j'ai tiré.

πιάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Saisissez bien le chargement et assurez-vous qu'il ne soit pas trop lourd avant de le soulever.

καταλαβαίνω, πιάνω το νόημα

verbe intransitif (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je pense avoir saisi de quoi il s'agit.

αρπάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Liz a saisi le ballon et a foncé vers le but.
Η Λιζ άρπαξε την μπάλα και έτρεξε προς το τέρμα.

αρπάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nancy a saisi le bras d'Edward.
Η Νάνσι άρπαξε το χέρι του Έντουαρντ.

κατάσχω

verbe transitif (Droit) (νομικό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La banque a saisi notre maison pendant la récession.

καταλαβαίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je ne suis pas sûre d'avoir tout saisi, mais j'ai compris l'essentiel.

αρπάζω

verbe transitif (μεταφορικά: ευκαιρία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dean a saisi l'occasion d'aller à la plage plusieurs fois.

κατάσχω

verbe transitif (confisquer)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πιάνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle le saisit par le bras et le tira vers elle.
Έπιασε το μπράτσο του και τον τράβηξε προς το μέρος της.

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mary a rapidement saisi ce que disait David.
Η Μαίρη αντιλήφθηκε (or: κατάλαβε) γρήγορα αυτό που έλεγε ο Ντέιβιντ.

καταλαβαίνω

verbe transitif (figuré : comprendre)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'étudiant commençait à saisir l'idée du socialisme.

επωφελούμαι από κτ

verbe transitif (une occasion)

Je vous conseille vivement de saisir cette occasion avant qu'il ne soit trop tard.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Είναι άνθρωπος που δράττεται (or: επωφελείται) κάθε καλής ευκαιρίας που του δίνεται.

κατάσχω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les douaniers ont saisi les marchandises illégales que les contrebandiers tentaient de faire entrer dans le pays.

αρπάζω

(une occasion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le danseur a saisi l'occasion d'auditionner pour le Ballet royal.

απαθανατίζω

(une image)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le photographe a su saisir le moment décisif.

κατάσχω

verbe transitif (un salaire,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La Cour a saisi les revenus de Peter pour la pension alimentaire de son enfant.

καταλαμβάνω, κυριεύω

(émotionnellement) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
En voyant les conditions dans lesquelles vivait la famille, Tim a été saisi de tristesse.

σκιαγραφώ

verbe transitif (figuré)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La biographe a parfaitement saisi la personnalité d'Einstein dans son nouveau livre.

αρπάζω

verbe transitif (figuré : une occasion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lorsque les employeurs de Paul lui ont offert un poste à New York, il a saisi l'occasion.

αρπάζω

verbe transitif (figuré) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Des occasions comme ça ne se présentent pas tous les jours : tu devrais la saisir pendant que tu peux.

καταλαβαίνω, κατανοώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Οι μαθητές δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη μεγάλη, πολύπλοκη παράγραφο.

αρπάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καταχωρώ, καταχωρίζω

(στοιχεία σε φόρμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il inscrit son nom sur la première ligne du formulaire.
Καταχώρησε (or: καταχώρισε) το όνομά του στην πρώτη γραμμή της αίτησης.

κατάσχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Η εφορία κατάσχεσε το σπίτι του για οφειλές προς το δημόσιο.

καταλαβαίνω, κατανοώ

(τι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je n'arrive pas à comprendre ce qui a pu te pousser à faire ça.
Απλά δεν μπορώ να καταλάβω τι σε έκανε να το κάνεις.

καταλαβαίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu comprends ce que je te dis ?
Πιάνεις τι λέω;

γραπώνω, αρπάζω

verbe transitif (εκείνη τη στιγμή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mike empoignait son sac fermement dans le métro.
Ο Μάικ κρατούσε γερά την τσάντα του, όταν ήταν στο μετρό.

αρπάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mouette est descendue en flèche et a arraché le sandwich des mains de Lisa.
Ο γλάρος έκανε βουτιά προς τα κάτω και άρπαξε το σάντουϊτς από το χέρι της Λίζας.

διεκδικώ ανάκτηση, διεκδικώ επανάκτηση

verbe transitif (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καταλαβαίνω, ανακαλύπτω

verbe transitif (familier)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πληκτρολογώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Entrez votre nom et adresse e-mail dans le formulaire d'inscription en ligne.

γρήγορη κίνηση

(για να αρπάξω κτ)

Le voleur n'a pas réussi à saisir (or: arracher) le téléphone d'Alex.
Η γρήγορη κίνηση του κλέφτη για να αρπάξει το τηλέφωνο του Άλεξ ήταν ανεπιτυχής.

καταχωρώ, εισάγω

verbe transitif (Informatique) (εισάγω δεδομένα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nous devions saisir (or: entrer) tous les noms et adresses.
Είχαμε περάσει στα έγγραφα όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις.

αντλώ

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Το δίδαγμα αντλούμε από αυτή την ιστορία είναι πως το κάθε άτομο είναι, κατά κάποιον τρόπο, ξεχωριστό.

καταλαβαίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je ne comprends rien du tout à ça. Tu peux me le réexpliquer ?

αρπάζω

(αρχικό πιάσιμο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Bella a sauté à l'arrière de la moto de Jacob et s'est agrippée à son corps. Agrippe-toi à la corde pour que je puisse te remonter.

αρπάζω,πιάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ο κ. Τζόουνς άρπαξε (or: έπιασε) τον Μαρκ από το κολάρο και τον έσυρε να δει τον διευθυντή.

καταλαβαίνω, κατανοώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
J'essaie de comprendre le subjonctif mais je ne suis pas encore sûr de savoir quand l'utiliser.

πιάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αντιλαμβάνομαι

verbe transitif (familier)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Je lui ai dit qu'il avait empoisonné sa femme avec de l'arsenic, mais elle n'a pas saisi.
Της είπα ότι δηλητηρίασε τη γυναίκα του με αρσενικό, αλλά αυτή δεν το αντιλήφθηκε.

θωρακίζω

verbe transitif (Cuisine) (ζαργκόν: μαγειρική)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le chef grilla le thon des deux côtés.

πιάνω

verbe transitif (familier : comprendre) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

περιγράφω για να σατιρίσω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατανοώ, εμπεδώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Σταμάτησε για να μπορέσει να εμπεδώσει την πολύπλοκη πληροφορία.

καταλαβαίνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Gerald ne parvenait pas à saisir le concept alambiqué que son professeur tentait d'expliquer.
Ο Τζέραλντ δεν μπορούσε να κατανοήσει την πολύπλοκη έννοια που προσπαθούσε να εξηγήσει ο δάσκαλός του.

αντιλαμβάνομαι, διακρίνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jane percevait le refus de Martin de changer d'avis.
Η Τζέιν αντιλήφθηκε την απροθυμία του Μάρτιν να αλλάξει άποψη.

χτυπάω, χτυπώ

verbe transitif (στην ταμειακή μηχανή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Bien qu'un prix de 9,95 $ soit affiché, le vendeur a saisi 19,95 $ par erreur.
Παρόλο που η τιμή ήταν ξεκάθαρα 9.95 δολάρια ο ταμίας χτύπησε κατά λάθος 19.95.

κράτημα, πιάσιμο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πιάνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jason l'a attrapée (or: saisie) par le poignet.
Ο Τζέισον την έπιασε από τον καρπό.

σφίγγω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Victor saisit les mains de Mona.
Ο Βίκτωρ έσφιγγε τα χέρια της Μόνα.

στοιχειοθετώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Peux-tu rédiger (or: saisir) ce rapport dans une typographie classique ?

ακούω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je n'ai pas compris ce que vous avez dit.
Δεν έπιασα τι είπες.

σφίγγω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ils m'ont empoigné (or: saisi, agrippé) les bras et se sont mis à tirer dessus.
Άρπαξαν (or: γράπωσαν) τα μπράτσα μου και άρχισαν να τραβούν.

(personne faisant l'objet d'une saisie)

Le saisi a tenté vainement de négocier avec l'huissier.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του saisie στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του saisie

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.