Τι σημαίνει το sugar στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sugar στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sugar στο Αγγλικά.

Η λέξη sugar στο Αγγλικά σημαίνει ζάχαρη, σάκχαρο, γλυκέ μου, παραγωγή ζάχαρης από σφένδαμο, βάζω ζάχαρη, προσθέτω ζάχαρη, ζαχαρώνω, φέρνω με τρόπο, ζάχαρη άχνη, ζάχαρη από ζαχαρότευτλο, ζάχαρο, ζάχαρο, επίπεδο σακχάρου στο αίμα, μαύρη ζάχαρη, ζάχαρη απο ζαχαροκάλαμο, άχνη, ζάχαρη άχνη, χρωματιστό χαρτόνι, ζάχαρη σε κόκκους, κύβος ζάχαρης, ζάχαρη σε κύβους, ζάχαρη σφενδάμου, ακατέργαστη ζάχαρη, γλυκομπίζελο, ζαχαρομπίζελο, πασπαλίζω με ζάχαρη άχνη, σακχαρότευτλο, βάζο για τη ζάχαρη, ζαχαροκάλαμο, ζαχαροκάλαμο, κύβος ζάχαρης, ο γέρος που του τα τρώω, σακχαροπέταυρος, ζαχαριέρα, κύβος ζάχαρης, σακχαρώδης σφένδαμος, Ζαχαρένια Νεράιδα, εργοστάσιο επεξεργασίας ζάχαρης, υπερδιέγερση μετά από κατανάλωση ζάχαρη, σκραπ ζάχαρης, επικαλυμμένος με ζάχαρη, εξωραϊσμένος, κτ που χρυσώνει το χάπι, πηγμένος στη ζάχαρη, τίγκα στη ζάχαρη, ωραιοποιώ, γλασάρω, χωρίς ζάχαρη, κώνος ζάχαρης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sugar

ζάχαρη

noun (kitchen)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I like sugar in my coffee.
Βάζω ζάχαρη στον καφέ μου.

σάκχαρο

noun (chemistry)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Glucose is a natural sugar.
Η γλυκόζη είναι ένα φυσικό σάκχαρο.

γλυκέ μου

noun (informal (honey, sweetie) (άντρας, αγόρι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hey, sugar, how's it going?

παραγωγή ζάχαρης από σφένδαμο

intransitive verb (make maple sugar)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sugaring begins with maple tree sap.

βάζω ζάχαρη, προσθέτω ζάχαρη

transitive verb (add sugar)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She sugared her coffee.

ζαχαρώνω

transitive verb (cover with sugar)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sugar the candies so they will not stick.

φέρνω με τρόπο

transitive verb (make agreeable)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I will sugar what I have to say to him, so as not to upset him too much.

ζάχαρη άχνη

noun (fine powdered sugar)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I always give my mince pies a sprinkling of caster sugar on top.

ζάχαρη από ζαχαρότευτλο

noun (sugar from beets)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Some beverage companies add beet sugar to their juice.

ζάχαρο

noun (glucose in blood)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Hypoglycemia means you have a low level of blood sugar.
Η υπογλυκαιμία προκαλείται από χαμηλά επίπεδα ζαχάρου.

ζάχαρο

noun (glucose in blood: level)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
High blood sugar is a sign of diabetes.

επίπεδο σακχάρου στο αίμα

noun (glucose in blood: amount)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sometimes my blood sugar level drops and I pass out.

μαύρη ζάχαρη

noun (sugar not completely refined)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This cookie recipe calls for one cup of brown sugar.

ζάχαρη απο ζαχαροκάλαμο

noun (sugar from sugarcane)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I had no idea that beet sugar would taste different than cane sugar.

άχνη

(powdered sugar)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ζάχαρη άχνη

noun (fine sugar for frosting)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Ellen usually dusts her brownies with powdered sugar before she serves them.

χρωματιστό χαρτόνι

noun (US (rough art paper)

The kids made decorative chains from construction paper.
Τα παιδιά έφτιαξαν διακοσμητικές αλυσίδες από χρωματιστό χαρτόνι.

ζάχαρη σε κόκκους

noun (coarse sugar crystals)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The fruit jellies were dipped in granulated sugar after solidifying, to prevent sticking.

κύβος ζάχαρης

(piece of sugar)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ζάχαρη σε κύβους

noun (sugar in small blocks)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ζάχαρη σφενδάμου

noun (sugar made from maple-tree sap)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ακατέργαστη ζάχαρη

noun (unprocessed cane sugar)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

γλυκομπίζελο

noun (edible legume)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ζαχαρομπίζελο

noun (pea with edible pod) (βοτανική: ποικιλία αρακά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πασπαλίζω με ζάχαρη άχνη

verbal expression (put powdered sugar onto)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σακχαρότευτλο

noun (plant from which sugar is obtained)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The EU expects a bumper sugar beet harvest this year.

βάζο για τη ζάχαρη

noun (receptacle: holds sugar)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Never put a wet teaspoon back in the sugar bowl.

ζαχαροκάλαμο

noun (tall plant from which sugar is obtained)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ζαχαροκάλαμο

noun (stem of sugarcane plant)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The children liked to suck the sweet juice from the sugar cane.

κύβος ζάχαρης

noun (small block of sugar)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ο γέρος που του τα τρώω

noun (slang (rich older male lover)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I see Tonya's on the prowl for a sugar daddy again.

σακχαροπέταυρος

noun (animal: possum)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ζαχαριέρα

noun (container for powdered sugar)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κύβος ζάχαρης

noun (cube of sugar for coffee or tea)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σακχαρώδης σφένδαμος

noun (tree with sweet sap)

Ζαχαρένια Νεράιδα

noun (ballet: character in The Nutcracker) (από τον «Καρυοθραύστη»)

εργοστάσιο επεξεργασίας ζάχαρης

noun (place where sugar is processed)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

υπερδιέγερση μετά από κατανάλωση ζάχαρη

noun (informal (energy boost)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
A sugar rush is followed by a quick dip in stamina.

σκραπ ζάχαρης

noun (exfoliating product for the body)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

επικαλυμμένος με ζάχαρη

adjective (food: sweet exterior layer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εξωραϊσμένος

adjective (figurative (made more pleasant)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

κτ που χρυσώνει το χάπι

noun (figurative ([sth] made superficially more pleasant) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm sure these new job titles are just a sugar-coated pill.
Είμαι σίγουρος ότι αυτοί οι νέοι τίτλοι εργασίας είναι απλά για να μας χρυσώνουν το χάπι.

πηγμένος στη ζάχαρη, τίγκα στη ζάχαρη

adjective (food: sugary, full of sugar) (καθομιλουμένη)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

ωραιοποιώ

transitive verb (figurative (disguise [sth]'s unpleasantness)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Although the teacher tried to sugarcoat it, the students understood the seriousness of the news.

γλασάρω

transitive verb (cover with sugar) (γλάσο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The chef sugarcoated some grapes to decorate the top of the cake.

χωρίς ζάχαρη

adjective (gum, soda: artificially sweetened)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κώνος ζάχαρης

noun (cone of refined sugar)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sugar στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sugar

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.