Τι σημαίνει το out στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης out στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του out στο Αγγλικά.

Η λέξη out στο Αγγλικά σημαίνει έξω, έξω, έξω, εκτός, σβηστός, -, βγαίνω, έξω από, αποκλείομαι, εκτός μόδας, φθαρμένος, ξεσκισμένος, αποκλίνω, -, εκτός, εκτός δουλειάς, εκτός γραφείου, αναίσθητος, τελειώνω, λήγω, εξερχόμενος, στις πρώτες 9 τρύπες, μη διαθέσιμος, -, -, ανθισμένος, που έχει παραδεχτεί ή αποκαλύψει ότι είναι ομοφυλόφιλος, -, -, -, -, -, έξω, εκτός, -, -, δυνατά, -, -, -, άουτ, out, άουτ, out, έξοδος, βγάζω εκτός, μείον, προς τα έξω, αποκαλύπτεται ότι είμαι ομοφυλόφιλος, αποκαλύπτω, παίζω, συμπεριφέρομαι άσχημα, εκθέτω στον αέρα, προσκαλώ, ισορροπώ, υπολογίζω τον μέσο όρο, αποχωρώ, αποσύρομαι, αποτραβιέμαι, υπαναχωρώ, υπαναχωρώ από κτ, ανακαλώ τη δέσμευση μου να κάνω κτ, εγκαταλείπω, παρατώ, εκτινάσσομαι, διασώζω, πληρώνω την εγγύηση κπ, σώζω, γλιτώνω, αδειάζω τα νερά από κτ, βγάζω τα νερά από κτ, αποχωρώ από κτ, εγκαταλείπω, παρατάω, εξισορροπώ, ξεπετάω, επιπλήττω, επιβεβαιώνω, υποστηρίζω, στηρίζω, επιβεβαιώνω, παίζω έναν ρυθμό, κερδίζω, νικώ, φυτεύω σε εξωτερικό χώρο, τραγουδώ δυνατά, δημοπρατώ, φουσκώνω, στέλνω κπ να μαθητεύσει, κρύβω, συσκοτίζω, λιποθυμώ, καλύπτω, διαγράφω, ξεχνώ, αποχρωματίζω, αντικαθιστώ κτ με μπιπ, είμαι χαρούμενος, χαροποιώ κάποιον, σκιτσάρω, σκιαγραφώ, εξελίσσομαι, μπλοκάρω, εμποδίζω, φράσσω, μπλοκάρω, εμποδίζω, αποφεύγω, σβήνω, απορρίπτω, γειώνω, ξεφουρνίζω, στέλνω κπ/κτ να μείνει με κπ άλλον, βομβαρδίζω το σπίτι κάποιου, βομβαρδίζω, φεύγω, μεταφέρω πελάτη σε άλλο ξενοδοχείο, αντηχώ, διώχνω, κάνω έξωση, αποπέμπω, φτάνω το κατώτερο σημείο, αποσύρομαι, αποτραβιέμαι, αποχωρώ, επεκτείνομαι, επεκτείνομαι, κάνω κτ ξεδιάντροπα, δραπετεύω, ψάρι έξω από το νερό, έξοδος, αταξία, παρεκτροπή, σβήνω κπ/κτ με σπρέι, αφαιρώ, αποκρύπτω, παντελώς, εντελώς, τελείως, ολότελα, ολικός, ολοσχερής, ολοκληρωτικός πόλεμος, προκύπτω από κτ, εντελώς, τελείως, όπως αποδεικνύεται, αγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, κλαίω γοερά, έχω βαρεθεί τη ζωή μου, ξεσκεπάζομαι, τα έχω χάσει, τα έχω χαμένα, έχω βάλει στόχο να κάνω κτ, θέλω να εκδικηθώ κάποιον, με πετάνε έξω, απορρίπτομαι, κάνω κπ/κτ τόπι στο ξύλο, κάνω κπ/κτ μαύρο στο ξύλο, μαυρίζω κπ στο ξύλο, σπάω κπ στο ξύλο, κάνω κπ τόπι στο ξύλο, εξαπατώ, παίρνω κπ ως μαθητευόμενο, ακούγομαι πολύ δυνατά, ξεθωριασμένος, βάζω μπιπ σε κτ/κπ, εμποδίζω κτ να μπει, απομακρύνω, διώχνω, μεγαλοποιώ, κραιπάλη, λάστιχο, το σκάω, ορμάω έξω από κτ, διώχνω κπ από κτ, νόθος, εξώγαμος, επιβεβαιωμένος, έγκυρος, διαπιστωμένος, κάνω μπλοκ άουτ σε κπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης out

έξω

adverb (to the outside)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm just going out to the garage.
Πάω έξω στο γκαράζ.

έξω

adverb (away: from home, etc.)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He's gone out for a walk.
Βγήκε έξω για μια βόλτα.

έξω, εκτός

adjective (absent)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm afraid the doctor is out.
Φοβάμαι ότι ο γιατρός λείπει αυτήν τη στιγμή.

σβηστός

adjective (not switched on)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The lights are out.
Τα φώτα είναι σβηστά (or: σβησμένα).

-

adjective (fire: extinguished) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Make sure the fire is out before you go to sleep.
Βεβαιώσου ότι έχει σβήσει η φωτιά πριν πας για ύπνο.

βγαίνω

adjective (visible)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The sun's out.
Ο ήλιος βγήκε.

έξω από

preposition (movement away from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She walked out of the house.
Βγήκε έξω από το σπίτι.

αποκλείομαι

adjective (beyond consideration)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The trip to the beach is out, but we still have time for some shopping.
Η βόλτα στην παραλία δεν παίζει, αλλά προλαβαίνουμε να πάμε για ψώνια.

εκτός μόδας

adjective (slang (not fashionable)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Baggy jeans are out this year.

φθαρμένος, ξεσκισμένος

adjective (informal (threadbare, worn through)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
All the knees of his jeans were out.

αποκλίνω

adjective (informal (inaccurate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Your calculations are out by about a hundred pounds.
Οι υπολογισμοί σου είναι λανθασμένοι κατά εκατό λίρες περίπου.

-

adjective (informal (lacking) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
You can't borrow any sugar, I'm afraid: we're out.
Φοβάμαι ότι δεν μπορείς να δανειστείς ζάχαρη, έχουμε ξεμείνει.

εκτός

adjective (informal (unable to participate) (καθομιλουμένη)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Maureen's out because of her bad leg.

εκτός δουλειάς, εκτός γραφείου

adjective (not at work)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I'm afraid the manager is out at the moment.

αναίσθητος

adjective (informal (unconscious)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He was out for a full five minutes after the accident.

τελειώνω, λήγω

adjective (UK (time period: ended)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'll get this work back to you before the week is out.
Θα σου επιστρέψω αυτή τη δουλειά πριν τελειώσει (or: λήξει) η εβδομάδα.

εξερχόμενος

adjective (outbound)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
The out train stops on the far platform.

στις πρώτες 9 τρύπες

adjective (golf: of the first nine holes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He played very well on the out holes.

μη διαθέσιμος

adjective (unavailable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You can't talk to him. He's out.

-

adjective (informal (published) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Her new novel is out.
Το νέο της μυθιστόρημα κυκλοφόρησε.

-

adjective (informal (film, etc.: released) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Is that new Spielberg film out yet?
Κυκλοφόρησε η καινούρια ταινία του Σπίλμπεργκ;

ανθισμένος

adjective (flowers: in bloom)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The daffodils are out early this year.

που έχει παραδεχτεί ή αποκαλύψει ότι είναι ομοφυλόφιλος

adjective (informal, figurative (openly gay)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She's not out to her parents yet.
Δεν έχει αποκαλύψει στους γονείς της ακόμα ότι είναι ομοφυλόφιλη.

-

adjective (ejected, disqualified) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
You broke the rules; you're out!
Παραβίασες τους κανόνες. Ακυρώνεσαι!

-

adverb (used in expressions (to the finish) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Please hear me out, at least.
Σε παρακαλώ, άφησέ με να τελειώσω τουλάχιστον.

-

adverb (used in expressions (outwards) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Let's spread out.
Ας χωριστούμε.

-

adverb (used in expressions (into public awareness) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
They put the word out that the Senator was going to resign.
Δημοσιοποίησαν τα νέα ότι ο γερουσιαστής επρόκειτο να παραιτηθεί

-

adverb (used in expressions (into society) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He's been in jail for a year but gets out next week.
Είναι στη φυλακή εδώ και ένα χρόνο, αλλά βγαίνει την επόμενη εβδομάδα.

έξω, εκτός

adverb (used in expressions (not present)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm afraid he's gone out for a moment.
Φοβάμαι ότι βγήκε έξω (or: εκτός) για ένα λεπτό.

-

adverb (used in expressions (into existence) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
A rash broke out on his neck.
Βγήκε ένα εξάνθημα στο λαιμό του

-

adverb (used in expressions (from what is available) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Pick out your favourites and I'll buy them for you.
Διάλεξε τα αγαπημένα σου και σου τα αγοράσω.

δυνατά

adverb (used in expressions (aloud)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Please read the text out to the rest of the class.

-

adverb (used in expressions (thoroughly) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I'm tired out after all that shopping!
Έχω εξαντληθεί μετά από όλα αυτά τα ψώνια!

-

adverb (used in expressions (obliterating) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
They scratched out the old number.
Έξυσαν τον παλιό αριθμό μέχρι να σβηστεί.

-

adverb (radio: done) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I'll talk to you again tomorrow. Over and out.
Τα λέμε και πάλι αύριο. Σας χαιρετώ. Καλή συνέχεια.

άουτ, out

adverb (used in expressions (sports: out of bounds)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She hit the ball out.

άουτ, out

adverb (baseball, cricket: ending a turn)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He was tagged out at first base.

έξοδος

noun (figurative, informal (excuse, escape) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We should look for an out in case this plan fails.

βγάζω εκτός

noun (baseball: getting player out) (για παίκτη)

In baseball, it's an out if the batter pitches with one foot outside the box.

μείον

preposition (short by: an amount)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We're out thirty dollars and we've only just started.
Έχουμε πέσει έξω κατά τριάντα δολάρια και έχουμε μόλις ξεκινήσει.

προς τα έξω

preposition (US (movement from inside to outside) (κατά λέξη)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
She walked out the door.

αποκαλύπτεται ότι είμαι ομοφυλόφιλος

transitive verb (slang (reveal as gay)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The famous actor was outed by the tabloids.
Ο διάσημος ηθοποιός αποκαλύφθηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος από τα ταμπλόιντ.

αποκαλύπτω

transitive verb (slang (reveal or expose: as [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The speaker outed him as the author of the controversial report.
Ο ομιλητής αποκάλυψε ότι ήταν εκείνος ο συγγραφέας της επίμαχης έκθεσης.

παίζω

phrasal verb, transitive, separable (enact, perform) (ρόλος, θέατρο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Edward and Diana acted out the first scene of the play.
Ο Έντουαρντ και η Ντιάνα έπαιξαν την πρώτη σκηνή του έργου.

συμπεριφέρομαι άσχημα

phrasal verb, intransitive (US (misbehave)

The children are acting out.
Τα παιδιά είναι άτακτα.

εκθέτω στον αέρα

phrasal verb, transitive, separable (expose to air) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When spring comes, we air out all the heavy winter blankets.

προσκαλώ

phrasal verb, transitive, separable (invite on a date)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He asked her out.
Της ζήτησε να βγουν.

ισορροπώ

phrasal verb, intransitive (become even or level)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The extremes will eventually average out to something middling.

υπολογίζω τον μέσο όρο

phrasal verb, transitive, separable (calculate average)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We averaged out the scores from the two tests.

αποχωρώ, αποσύρομαι, αποτραβιέμαι, υπαναχωρώ

phrasal verb, intransitive (withdraw involvement)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
At the last minute, the investors backed out.
Την τελευταία στιγμή οι επενδυτές αποσύρθηκαν.

υπαναχωρώ από κτ

(promise: break)

The couple buying our house backed out of the purchase at the last minute.

ανακαλώ τη δέσμευση μου να κάνω κτ

(withdraw from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sue backed out of helping us paint the house.
Η Σου ανακάλεσε τη δέσμευσή της να μας βοηθήσει στο βάψιμο του σπιτιού.

εγκαταλείπω, παρατώ

phrasal verb, intransitive (informal, figurative (abandon [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We were planning a party, but almost everybody bailed out.
Σχεδιάζαμε ένα πάρτυ, αλλά οι περισσότεροι μας εγκατέλειψαν.

εκτινάσσομαι

phrasal verb, intransitive (jump from plane)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The pilot bailed out just before his plane hit the trees.
Ο πιλότος εκτινάχθηκε ακριβώς πριν το αεροπλάνο του χτυπήσει στα δέντρα.

διασώζω

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (help with money)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The government bailed out many large banks during the recession.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η κυβέρνηση διέσωσε πολλές μεγάλες τράπεζες.

πληρώνω την εγγύηση κπ

phrasal verb, transitive, separable (help with money)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A relative bailed Ian out with a loan.
Ένας συγγενής πλήρωσε την εγγύηση του Ίαν με δάνειο.

σώζω, γλιτώνω

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (rescue)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You can't expect your big brother to bail you out whenever you have a problem.
Δεν μπορείς να περιμένεις ότι κάθε φορά που έχεις πρόβλημα, θα σε σώζει ο μεγάλος σου αδερφός.

αδειάζω τα νερά από κτ, βγάζω τα νερά από κτ

phrasal verb, transitive, separable (boat: empty water)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The canoe is so full of water, it's about to sink; time to bail it out!
Το κανό είναι γεμάτο με νερό και έτοιμο να βουλιάξει. Καιρός να αδειάσουμε τα νερά!

αποχωρώ από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (informal, figurative (end involvement)

Eric bailed out of the project when the firm didn't pay him.

εγκαταλείπω, παρατάω

(informal, figurative (abandon: [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
James bailed out on Chris and left him to do all the work on his own.

εξισορροπώ

phrasal verb, intransitive (equalize, become even)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Advertising costs money but increases revenue, so over all it balances out.

ξεπετάω

phrasal verb, transitive, separable (informal (produce rapidly) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
George banged out the letter as quickly as he could on the computer.

επιπλήττω

phrasal verb, transitive, separable (slang (shout at, reprimand) (επίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The sergeant was bawling out one of the new recruits.

επιβεβαιώνω, υποστηρίζω, στηρίζω

phrasal verb, transitive, separable (confirm: a fact)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
These figures bear out the fact that more children are becoming obese nowadays.
Αυτοί οι αριθμοί επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι περισσότερα παιδιά γίνονται παχύσαρκα στις μέρες μας.

επιβεβαιώνω

phrasal verb, transitive, separable (support: [sb]'s assertion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He said it was a job for younger men, and the statistics bear him out.
Είπε ότι ήταν δουλειά για νεότερους άντρες και οι στατιστικές τον επιβεβαίωσαν.

παίζω έναν ρυθμό

phrasal verb, transitive, inseparable (strike: a rhythm)

Rufus began beating out a rhythm on the drums.

κερδίζω, νικώ

phrasal verb, transitive, separable (US, informal (outdo competitor)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The other team beat us out for the championship.

φυτεύω σε εξωτερικό χώρο

phrasal verb, transitive, separable (horticulture: plant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραγουδώ δυνατά

phrasal verb, transitive, separable (informal (sing loudly)

I like to belt out pop songs when I drive.

δημοπρατώ

phrasal verb, intransitive (invite quotes from contractors)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φουσκώνω

phrasal verb, intransitive (puff up from air movement)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

στέλνω κπ να μαθητεύσει

phrasal verb, transitive, separable (archaic, often passive (bind: employ as an apprentice)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The boy's parents bound him out to a cobbler to learn a trade.

κρύβω

phrasal verb, transitive, separable (obscure [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
During times of war, many civilians have to black out their windows so the enemy won't know where to bomb.
Σε περιόδους πολέμου πολλοί πολίτες πρέπει να σκεπάζουν τα παράθυρά τους για να μην ξέρει ο εχθρός πού να βομβαρδίσει.

συσκοτίζω

phrasal verb, transitive, separable (city, house: turn off lights)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The entire city had to be blacked out when the air raid siren sounded.
Όταν ακούστηκε η σειρήνα της εναέριας επιδρομής έπρεπε να σβήσουν τα φώτα σε όλη την πόλη.

λιποθυμώ

phrasal verb, intransitive (informal (lose consciousness)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The head injury during the car accident caused him to black out.
Ο τραυματισμός που υπέστη στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του ατυχήματος τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του.

καλύπτω

phrasal verb, transitive, separable (cover up) (κείμενο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I blanked out the student's name on the test before I made copies for the class.

διαγράφω

phrasal verb, transitive, separable (informal (forget) (μεταφορικά, ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεχνώ

phrasal verb, intransitive (informal (not remember)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When I tried to remember my client's name, I just blanked out.

αποχρωματίζω

phrasal verb, transitive, separable (remove color from)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αντικαθιστώ κτ με μπιπ

phrasal verb, transitive, separable (informal (replace [sth] offensive, personal)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
When the radio station played the song, they bleeped out the swear words.

είμαι χαρούμενος

phrasal verb, intransitive (informal (experience bliss)

χαροποιώ κάποιον

phrasal verb, transitive, separable (informal (produce bliss in [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σκιτσάρω

phrasal verb, transitive, separable (artist: draw rough shapes)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The artist begins the drawing by blocking out a rough sketch.
Ο καλλιτέχνης ξεκινά να ζωγραφίζει κάνοντας ένα πρόχειρο σκίτσο.

σκιαγραφώ

phrasal verb, transitive, separable (figurative (outline or plan roughly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εξελίσσομαι

phrasal verb, intransitive (figurative (unfurl)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

μπλοκάρω, εμποδίζω, φράσσω

phrasal verb, transitive, separable (shut out, exclude, block)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μπλοκάρω, εμποδίζω, αποφεύγω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (forget) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She tried to blot out the memory of his murder.
Εκείνη προσπάθησε να αποφύγει την ανάμνηση της δολοφονίας του.

σβήνω

phrasal verb, transitive, separable (extinguish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She blew out the candles on her birthday cake.
Έσβησε τα κεράκια στην τούρτα γενεθλίων της.

απορρίπτω, γειώνω

phrasal verb, transitive, separable (UK, slang, figurative (reject)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A well-known movie star spent the night chasing after her, but she blew him out.
Ένας πολύ γνωστός αστέρας του κινηματογράφου πέρασε όλο το βράδυ κυνηγώντας την, αλλά τον απέρριψε.

ξεφουρνίζω

phrasal verb, transitive, separable (say on impulse) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
To his mother's horror, he blurted out all the details of her illness.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Προς μεγάλη μου έκπληξη μου ξεφούρνισε το μυστικό για την παράνομη σχέση που διατηρούσε.

στέλνω κπ/κτ να μείνει με κπ άλλον

phrasal verb, transitive, separable (UK (send [sb] to stay with [sb] else)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βομβαρδίζω το σπίτι κάποιου

phrasal verb, transitive, separable (leave [sb] homeless by bombing their home)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βομβαρδίζω

phrasal verb, transitive, separable (destroy [sth] by bombing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φεύγω

phrasal verb, intransitive (slang (leave quickly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

μεταφέρω πελάτη σε άλλο ξενοδοχείο

phrasal verb, transitive, separable (hotel: transfer a guest to another hotel)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αντηχώ

phrasal verb, intransitive (sound loudly and deeply)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
His deep, resonant voice boomed out across the lake, awakening me from a day dream.

διώχνω, κάνω έξωση

phrasal verb, transitive, separable (slang, figurative (evict)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you keep acting like an idiot, the hotel management will surely boot you out.

αποπέμπω

phrasal verb, transitive, separable (figurative, often passive, slang (remove from office)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Voters tend to boot out politicians who cheat on their wives more than politicians who take bribes.

φτάνω το κατώτερο σημείο

phrasal verb, intransitive (reach lowest point)

It appears that the recession has bottomed out, and we are seeing an improvement in economic conditions. Drug addicts may have to bottom out before they accept that they need help.
Φαίνεται ότι η ύφεση έφτασε στο κατώτερο σημείο και τώρα βλέπουμε μια βελτίωση στις οικονομικές συνθήκες. Οι ναρκομανείς μπορεί να πρέπει να πιάσουν πάτο πριν αποδεχθούν ότι χρειάζονται βοήθεια.

αποσύρομαι, αποτραβιέμαι, αποχωρώ

phrasal verb, intransitive (figurative, informal (withdraw)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Williams had to bow out of the race after suffering a leg injury.

επεκτείνομαι

phrasal verb, intransitive (figurative (business: expand)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The company is branching out to South East Asia.
Η εταιρεία επεκτείνεται στη νοτιοανατολική Ασία.

επεκτείνομαι

phrasal verb, intransitive (figurative (develop diverse interests)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The business has recently branched out into providing other services.
Η επιχείρησή πρόσφατα επεκτάθηκε και στην παροχή άλλων υπηρεσιών.

κάνω κτ ξεδιάντροπα

phrasal verb, transitive, separable (face shamelessly)

Rather than keep a low profile until the scandal died down, she brazened out several TV interviews.

δραπετεύω

phrasal verb, intransitive (escape)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The prisoners broke out and managed to get past the guards.

ψάρι έξω από το νερό

noun (figurative ([sb] in unfamiliar place, situation) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Although a fantastic football player, he was a fish out of water on the golf course.

έξοδος

noun (evening at bar, party) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;

αταξία, παρεκτροπή

noun (US (child: misbehaviour)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The child was punished for his acting out.
Το παιδί τιμωρήθηκε για την αταξία του.

σβήνω κπ/κτ με σπρέι

(remove by spray-painting)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αφαιρώ

(figurative (remove from an image)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποκρύπτω

(figurative (conceal in an account or depiction)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παντελώς, εντελώς, τελείως, ολότελα

adverb (totally, to the utmost)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Andrew was trying all out to defeat his opponent.

ολικός, ολοσχερής

adjective (total, full-scale)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She was so upset she threw an all-out tantrum in the middle of the store.

ολοκληρωτικός πόλεμος

noun (full-scale combat)

The drug cartels along the US-Mexico border have declared an all-out war against law enforcement.

προκύπτω από κτ

(result)

Several complications arose from the surgery.
Από την εγχείρηση προέκυψαν αρκετές επιπλοκές.

εντελώς, τελείως

expression (US (extremely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
What? That's silly as all get out! You can't grow bananas in the desert.

όπως αποδεικνύεται

adverb (as has transpired)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The candidate I offered the job to is, as it turns out, my boss's cousin!
Αποδείχθηκε ότι ο υποψήφιος στον οποίο έδωσα τη θέση είναι ξάδερφος του αφεντικού μου!

αγωνίζομαι, συναγωνίζομαι

verbal expression (informal (compete)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Todd and Tina usually don't compete, but this time they battled it out.

κλαίω γοερά

verbal expression (figurative, informal (cry, weep loudly)

The little girl was bawling her eyes out because she had lost her doll.

έχω βαρεθεί τη ζωή μου

verbal expression (figurative, informal (be extremely bored) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξεσκεπάζομαι

intransitive verb (have one's crime discovered) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Collins was found out because his fingerprints were discovered at the scene of the crime.

τα έχω χάσει, τα έχω χαμένα

verbal expression (be very worried or frightened)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έχω βάλει στόχο να κάνω κτ

verbal expression (informal (aim, be determined to)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The candidate is out to make her opponent look weak and unreliable.

θέλω να εκδικηθώ κάποιον

verbal expression (informal (want revenge)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She has been out to get me ever since she learned that I was dating her ex-boyfriend.

με πετάνε έξω

intransitive verb (informal (person: be evicted or removed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He was thrown out of the club for hurling abuse at the bouncers.
Τον πέταξαν έξω από το κλαμπ γιατί έβρισε άσχημα τους πορτιέρηδες.

απορρίπτομαι

intransitive verb (informal (proposal, etc.: be rejected)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The proposal was thrown out by the committee.

κάνω κπ/κτ τόπι στο ξύλο, κάνω κπ/κτ μαύρο στο ξύλο

verbal expression (slang, figurative, vulgar (beat physically) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He threatened to beat the crap out of me if I didn't pay him by the end of the week.

μαυρίζω κπ στο ξύλο, σπάω κπ στο ξύλο, κάνω κπ τόπι στο ξύλο

verbal expression (slang, figurative, vulgar (beat physically) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We got into a fistfight and he beat the s*** out of me.

εξαπατώ

verbal expression (swindle out of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίρνω κπ ως μαθητευόμενο

transitive verb (employ as apprentice)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ακούγομαι πολύ δυνατά

(sound very loudly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The longer the traffic waited, the more the car horns blasted out.

ξεθωριασμένος

adjective (faded)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Swimmers usually have bleached-out hair due to chlorinated water in pools.
Οι κολυμβητές συνήθως έχουν ξεθωριασμένα μαλλιά, λόγω του χλωρίου στις πισίνες.

βάζω μπιπ σε κτ/κπ

transitive verb (informal (words: replace) (ανεπίσημο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
When the man mentioned his victim's name in a TV interview, they bleeped him.

εμποδίζω κτ να μπει

(light: keep out)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They hung thick dark curtains to block the sunlight out.
Κρέμασαν χοντρές σκούρες κουρτίνες για να εμποδίσουν το φως του ηλίου να μπει μέσα.

απομακρύνω, διώχνω

(figurative (refuse to listen, think)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Some people abuse drugs or alcohol to block out bad memories.
Μερικοί άνθρωποι κάνουν κατάχρηση ναρκωτικών και αλκοόλ για να κρατήσουν μακριά τις δυσάρεστες αναμνήσεις.

μεγαλοποιώ

verbal expression (figurative, informal (overdramatize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sure, it seems like a lot of snow, but don't blow it out of proportion -- we usually have several inches in April.

κραιπάλη

noun (slang (gorging, binge)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My friends and I had a blowout on pizza and ice-cream.
Οι φίλοι μου και εγώ πλακωθήκαμε στις πίτσες και τα παγωτά.

λάστιχο

noun (informal (punctured tire) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I was driving along the road when I had a blowout; I must have run over something.

το σκάω

(exit rapidly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lucy left the front door open and her labrador bolted out.
Η Λούσι άφησε ανοιχτή την εξώπορτα και το λαμπραντόρ της το έσκασε.

ορμάω έξω από κτ

verbal expression (exit rapidly)

The spooked horse bolted out of the barn.
Το τρομαγμένο άλογο όρμησε έξω από τον στάβλο.

διώχνω κπ από κτ

verbal expression (figurative, often passive, slang (remove from: office)

The voters lost confidence in him and booted him out of office.

νόθος, εξώγαμος

adjective (dated (illegitimate)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
"Bastard" is the legal term for a child born out of wedlock.

επιβεβαιωμένος, έγκυρος, διαπιστωμένος

adjective (confirmed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Our suspicions were borne out when the murderer suddenly confessed.

κάνω μπλοκ άουτ σε κπ

transitive verb (basketball: block [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του out στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του out

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.