Τι σημαίνει το powder στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης powder στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του powder στο Αγγλικά.

Η λέξη powder στο Αγγλικά σημαίνει σκόνη, πούδρα, φρέσκο χιόνι, πουδράρω, κάνω σκόνη, ρίχνω κτ σε κτ, αλεύρι από αραρούτι, ταλκ, μπέηκιν-πάουντερ, μαύρη πυρίτιδα, τσίλι σε σκόνη, κακάο, γάλα καρύδας σε σκόνη, ζάχαρη άχνη, κάρυ, κάστερ πάουντερ, απορρυπαντικό, πούδρα, σκόνη σκόρδου, πυρίτιδα, γάλα σε σκόνη, κρεμμύδι σε σκόνη, γαλάζιο, γαλάζιος, επίχρισμα σε σκόνη, πούδρα compact, βαρέλι πυριτίδας, εκρηκτικός, σφουγγαράκι, μπάνιο, απαλό χιόνι, σκόνη για τρίψιμο, σαπούνι σε σκόνη, ταλκ, ταλκ, τριπολίτης, απορρυπαντικό ρούχων, απορρυπαντικό πλυντηρίου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης powder

σκόνη

noun (dry particles)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Oliver tipped the powder into a cup and added hot water.
Ο Όλιβερ έβαλε τη σκόνη σε ένα φλιτζάνι και πρόσθεσε καυτό νερό.

πούδρα

noun (makeup)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Emily uses powder on her face.
Η Έμιλυ χρησιμοποιεί πούδρα στο πρόσωπό της.

φρέσκο χιόνι

noun (figurative (fresh snow)

Kathy likes skiing on powder.

πουδράρω

transitive verb (add powder to skin)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Abigail is powdering her face.

κάνω σκόνη

transitive verb (often passive (turn into powder)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I powdered the aspirin and mixed it with water.

ρίχνω κτ σε κτ

(cover with powder)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She powdered the baby's skin with talc.

αλεύρι από αραρούτι

noun (plant flour)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ταλκ

noun (talc for babies)

Baby powder is a good remedy for diaper rash.

μπέηκιν-πάουντερ

noun (powdered raising agent)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She realized she'd forgotten the baking powder when she took the cake out of the oven.
Όταν έβγαλε το κέικ από τον φούρνο συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει να βάλει μπέηκιν-πάουντερ.

μαύρη πυρίτιδα

noun (chemistry: explosive powder)

τσίλι σε σκόνη

noun (spicy seasoning)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Chilli powder can be used if fresh chillis are not available.

κακάο

noun (ground cocoa seeds) (σε σκόνη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The recipe calls for 1/4 cup of cocoa powder.

γάλα καρύδας σε σκόνη

noun (product: dried coconut flesh)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ζάχαρη άχνη

noun (fine sugar for frosting)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Ellen usually dusts her brownies with powdered sugar before she serves them.

κάρυ

noun (ground Asian spice mixture) (μπαχαρικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In India hundreds of different blends of curry powder are available.

κάστερ πάουντερ

noun (tinned powder for making custard)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

απορρυπαντικό

noun (US (powder or liquid used for laundry)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I only use plant-derived detergent because I don't like harsh chemicals.

πούδρα

(cosmetics)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σκόνη σκόρδου

noun (finely-ground garlic)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Garlic powder isn't as flavourful as fresh garlic.

πυρίτιδα

noun (powdered explosive)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The barrels of gunpowder were dangerously close to the flame.

γάλα σε σκόνη

(dehydrated milk)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κρεμμύδι σε σκόνη

noun (seasoning: dried ground onion) (μαγειρική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γαλάζιο

noun (pale blue colour) (χρώμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The sky's such a pretty powder blue on sunny days.

γαλάζιος

adjective (pale blue in colour)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

επίχρισμα σε σκόνη

noun (layer of powdered paint)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
A powder coating on exposed metal can make a product rust-resistant.

πούδρα compact

noun (make-up: small case of foundation) (καλλυντικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

βαρέλι πυριτίδας

noun (gunpowder barrel)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

εκρηκτικός

noun (figurative (potentially explosive situation) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σφουγγαράκι

noun (fluffy pad for applying powder)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She used the powder puff to apply her face powder.

μπάνιο

noun (euphemism (bathroom, toilets) (πιο κομψό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Excuse me; could you please point me to the powder room?

απαλό χιόνι

noun (fresh, soft snow)

σκόνη για τρίψιμο

noun (cleaning mixture)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σαπούνι σε σκόνη

noun (powdered detergent)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I never know how much soap powder to put in the washing machine.

ταλκ

noun (toiletry) (καλλυντικό)

ταλκ

noun (fine white body powder)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

τριπολίτης

noun (metal polish) (για στίλβωση μετάλλων)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

απορρυπαντικό ρούχων, απορρυπαντικό πλυντηρίου

noun (laundry detergent in powder form)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I can't do the laundry because I forgot to buy washing powder.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του powder στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του powder

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.