Τι σημαίνει το wearing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης wearing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του wearing στο Αγγλικά.

Η λέξη wearing στο Αγγλικά σημαίνει κουραστικός, φοράω, φορώ, φοράω, φορώ, φοράω, φορώ, φθορά, φθορά, χρήση, ζωή, ανθεκτικότητα, ξεθωριάζω, φοριέμαι, -, κουβαλάω, κουβαλώ, φοράω, φορώ, φοράω, φορώ, φοράω, φορώ, -, παίρνω, φτιάχνω, εξαντλώ, φθείρω, φθείρω, ανθεκτικός, γυμνός, διάβρωση, εξασθένιση, φθορά, γυμνός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης wearing

κουραστικός

adjective (tiring)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Repeating the same monotonous task all day was wearing.
Ήταν κουραστικό να επαναλαμβάνει την ίδια μονότονη εργασία όλη την ημέρα.

φοράω, φορώ

transitive verb (clothing: have on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Everybody wears jeans these days.
Όλοι φοράνε τζιν στις μέρες μας.

φοράω, φορώ

transitive verb (clothing: put on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
What should I wear today?
Τι να βάλω σήμερα;

φοράω, φορώ

transitive verb (accessories: have on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The husband and wife wear rings.
Οι σύζυγοι φοράνε βέρες.

φθορά

noun (damage due to use) (σταδιακή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The car's tyres must be changed, due to wear.
Τα λάστιχα του αυτοκινήτου πρέπει να αλλαχτούν λόγω φθοράς.

φθορά

noun (use)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The felt on this billiard table receives constant wear.

χρήση

noun (act, state of being worn)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This dress is suitable for winter wear.

ζωή

noun (clothing: use) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There is plenty of wear left in this winter coat.
Αυτό το χειμωνιάτικο μπουφάν έχει πολλά ψωμιά ακόμα.

ανθεκτικότητα

noun (durability)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
These tyres are excellent quality and still have a lot of wear in them.

ξεθωριάζω

intransitive verb (be reduced gradually)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The finish will wear in the salt air and sunlight.

φοριέμαι

intransitive verb (retain a characteristic)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This coat wears well in all weather conditions.
Αυτό το παλτό φοριέται σε όλες τις καιρικές συνθήκες.

-

intransitive verb (change through use) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The teacher's patience was wearing thin.
Η υπομονή του δασκάλου άρχισε να εξαντλείται.

κουβαλάω, κουβαλώ

transitive verb (carry on the body)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The students all wear backpacks.

φοράω, φορώ

transitive verb (shoes: put on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Which shoes should I wear?

φοράω, φορώ

transitive verb (clothing: habitually have on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Amanda wears black most days.

φοράω, φορώ

transitive verb (makeup: have on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
That girl is too young to wear makeup.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με εκνευρίζει όταν βλέπω δεκαπεντάχρονα κοριτσάκια να φοράνε κραγιόν.

-

transitive verb (figurative (smile, expression: show) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
They left the cinema wearing a smile.
Έφυγαν από το σινεμά με ένα χαμόγελο στα χείλη.

παίρνω

transitive verb (figurative (manner: assume)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He wears a smug look when he wins.
Έχει ένα αυτάρεσκο βλέμμα όταν κερδίζει.

φτιάχνω

transitive verb (hair, fingernails: style)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I like how you wear your hair.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Σου πάει πολύ ο τρόπος που έβαψες τα νύχια σου.

εξαντλώ

transitive verb (figurative (tire)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Please stop talking - you are wearing my patience.

φθείρω

transitive verb (damage by rubbing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The traffic on that floor will wear the polish.

φθείρω

transitive verb (diminish by rubbing or washing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Constant walking has worn the soles of these shoes.

ανθεκτικός

adjective (durable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γυμνός

adjective (slang, figurative (naked)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He didn't knock, so he just walked in and found me in my birthday suit.

διάβρωση

noun (erosion)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εξασθένιση, φθορά

noun (figurative (process of making weaker)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γυμνός

adjective (naked, nude)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του wearing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του wearing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.