Τι σημαίνει το week στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης week στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του week στο Αγγλικά.

Η λέξη week στο Αγγλικά σημαίνει εβδομάδα, βδομάδα, σε μία εβδομάδα από, σε μία βδομάδα από, εβδομάδα, βδομάδα, εβδομάδα, βδομάδα, κάθε εβδομάδα, κάθε βδομάδα, κάθε εβδομάδα, εβδομαδιαία, Μεγάλη Εβδομάδα, σε μια βδομάδα, σε μία εβδομάδα, μέσα στην εβδομάδα, την προηγούμενη εβδομάδα, την περασμένη εβδομάδα., την επόμενη εβδομάδα, την άλλη εβδομάδα, μία φορά την εβδομάδα, εβδομαδιαίως, σε εβδομαδιαία βάση, εβδομαδιαίως, φιλανθρωπική εβδομάδα, κενό για μία εβδομάδα, συνήθως πριν από την εξεταστική, μέρες παρακλήσεων πριν της Αναλήψεως, σχολική εβδομάδα, η προπερασμένη εβδομάδα, την προπερασμένη εβδομάδα, αυτή την εβδομάδα, που διαρκεί μία εβδομάδα, εργάσιμη εβδομάδα, εβδομάδα εργασίας. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης week

εβδομάδα, βδομάδα

noun (seven consecutive days)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It will be sunny every day this week.
Θα έχει λιακάδα κάθε μέρα αυτήν την εβδομάδα.

σε μία εβδομάδα από, σε μία βδομάδα από

adverb (UK, informal (seven days after a given day)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's my birthday Wednesday week.
Τα γενέθλιά μου είναι την Τετάρτη σε μία εβδομάδα.

εβδομάδα, βδομάδα

noun (celebration, holiday)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There will be special events during Easter week.

εβδομάδα, βδομάδα

noun (working week)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My boss is on vacation this week.

κάθε εβδομάδα, κάθε βδομάδα

adverb (on a weekly basis)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
She goes to the supermarket each week to shop for groceries.

κάθε εβδομάδα, εβδομαδιαία

adverb (on a weekly basis)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I buy the local newspaper every week.

Μεγάλη Εβδομάδα

noun (week leading up to Easter)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
During Holy Week there are many preparations to be made for Easter Sunday.

σε μια βδομάδα, σε μία εβδομάδα

adverb (seven days from now)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I am going to Paris in a week.

μέσα στην εβδομάδα

adverb (on a weekday)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

την προηγούμενη εβδομάδα, την περασμένη εβδομάδα.

adverb (during the week before this one)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
She quit her job last week.
Παραιτήθηκε απ' τη δουλειά της την προηγούμενη εβδομάδα.

την επόμενη εβδομάδα, την άλλη εβδομάδα

adverb (during the week after this one)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm away until Sunday, but can meet with you next week.

μία φορά την εβδομάδα, εβδομαδιαίως, σε εβδομαδιαία βάση

adverb (on a weekly basis)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Our bins are collected once a week.

εβδομαδιαίως

adverb (rate: each week)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

φιλανθρωπική εβδομάδα

noun (UK (students' charity fundraiser)

κενό για μία εβδομάδα, συνήθως πριν από την εξεταστική

noun (UK (university: week-long break from classes)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μέρες παρακλήσεων πριν της Αναλήψεως

noun (religion: days before Ascension Day)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σχολική εβδομάδα

noun (weekly hours of school study)

η προπερασμένη εβδομάδα

noun (the week prior to last week)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

την προπερασμένη εβδομάδα

adverb (in the week prior to last week)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

αυτή την εβδομάδα

adverb (during the current week)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

που διαρκεί μία εβδομάδα

adjective (lasting a week)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We're going on a week-long camping trip.

εργάσιμη εβδομάδα

noun (weekly working hours)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The typical work week in the US is Monday through Friday.

εβδομάδα εργασίας

noun (weekly working hours)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του week στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του week

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.