Τι σημαίνει το welcome στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης welcome στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του welcome στο Αγγλικά.

Η λέξη welcome στο Αγγλικά σημαίνει καλωσήρθες, καλώς ήρθες, καλωσόρισες, ευπρόσδεκτος, μπορώ να κάνω κτ, καλωσορίζω, ευχάριστος, -, ευπρόσδεκτος, καλωσόρισμα, φιλική/ζεστή υποδοχή, φιλικοί χαιρετισμοί, κάνω κπ να νιώσει άνετα, κάνω κπ να νιώσει ευπρόσδεκτος, εκμεταλλεύομαι τη φιλοξενία κάποιου, εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη κάποιου, θερμό καλωσόρισμα, καλώς ήρθες, καλωσόρισες, καλώς ήρθες, καλωσόρισες, πατάκι εισόδου, χαλάκι εισόδου, Καλώς ήρθες στον κλαμπ!, Καλώς ήρθες στο κλαμπ!, Παρακαλώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης welcome

καλωσήρθες, καλώς ήρθες, καλωσόρισες

interjection (greeting)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Welcome! The drinks are over here.
Καλωσήρθες (or: Καλωσόρισες)! Τα ποτά είναι εκεί.

ευπρόσδεκτος

adjective (happily received)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She was welcome at the party.
Ήταν καλοδεχούμενη στο πάρτι.

μπορώ να κάνω κτ

verbal expression (may do [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You are welcome to use my washer if you have dirty clothes.
Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το πλυντήριο μου αν έχεις άπλυτα ρούχα.

καλωσορίζω

transitive verb (greet gladly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We welcomed her to the party.
Την καλοδεχτήκαμε στο πάρτι.

ευχάριστος

adjective (agreeable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This sunny weather is a welcome change after days of rain.

-

adjective (without obligation for thanks) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
You are very welcome!
Δεν κάνει τίποτα!

ευπρόσδεκτος

adjective (received gladly)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It was a welcome gift.

καλωσόρισμα

noun (friendly greeting)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The welcome was warm and genuine.

φιλική/ζεστή υποδοχή

noun (friendly reception)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The school principal gave a cordial welcome to the visiting parents.

φιλικοί χαιρετισμοί

noun (friendly greetings)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

κάνω κπ να νιώσει άνετα, κάνω κπ να νιώσει ευπρόσδεκτος

verbal expression (greet or receive you warmly) (ως ξένος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A hot meal makes me feel welcome when I come back from work.

εκμεταλλεύομαι τη φιλοξενία κάποιου, εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη κάποιου

verbal expression (stay for too long)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I love my family dearly, but after 4 weeks I think they've outstayed their welcome.

θερμό καλωσόρισμα

noun (friendly or enthusiastic reception)

καλώς ήρθες, καλωσόρισες

interjection (expressing happiness at [sb]'s return)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Welcome back! - the office just wasn't the same while you were away.
Καλωσόρισες! Το γραφείο δεν ήταν το ίδιο όσο έλειπες.

καλώς ήρθες, καλωσόρισες

interjection (expressing happiness at [sb]'s return)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
You've been away for ages - welcome home.

πατάκι εισόδου, χαλάκι εισόδου

noun (doormat with a welcome message)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Καλώς ήρθες στον κλαμπ!

interjection (informal, figurative (expressing familiarity with an experience) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Καλώς ήρθες στο κλαμπ!

interjection (informal, figurative (we have the same experience) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Παρακαλώ

interjection (colloquial (response to thanks)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
When someone thanks you, the proper response is to say "you're welcome".
Όταν κάποιος σου λέει ευχαριστώ, η σωστή απάντηση είναι να πεις «παρακαλώ».

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του welcome στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του welcome

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.