Τι σημαίνει το ánimo στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης ánimo στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του ánimo στο ισπανικά.

Η λέξη ánimo στο ισπανικά σημαίνει ενθαρρύνω, παροτρύνω, ζωντανεύω, ενθαρρύνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω, δίνω ζωή, ζωντανεύω, ζωηρεύω, ζωντανεύω, ζωντανεύω, ζωηρεύω, ενθαρρύνω, προτρέπω, παροτρύνω, νοστιμεύω, φωτίζω, ζωντανεύω, τονώνω, αναζωογονώ, φωτίζω, ξεσηκώνω, ανεβάζω, μπριζώνω, ζωντανεύω, φτιάχνω, ανεβάζω, αναζωογονώ, ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ, κινητοποιώ, χαροποιώ, ξεσηκώνω, ξεσηκώνω, αναζωογονώ, τονώνω, ανεβάζω, ξυπνάω, ξυπνώ, εγείρω, υποδαυλίζω, υποστηρίζω, παρέχω ενέργεια σε κτ, τροφοδοτώ κτ με ενέργεια, ανεβάζω τους τόνους, κάνω κτ πιο ενδιαφέρον, προετοιμάζω, θάρρος, τσαγανό, κέφι, ενθάρρυνση, χιούμορ, κίνητρο, πνεύμα, διάθεση, ανάταση, ολέ, υποστήριξη, προώθηση, ενθαρρύνω κπ να κάνει κτ, βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω, ανεβάζω τη διάθεση, κινώ το ενδιαφέρον σε κπ, κινώ την περιέργεια σε κπ, ενθαρρύνω, ζητωκραυγάζω, ενθαρρύνω με φωνές, στηρίζω, που δεν με υποστηρίζει, που δεν με στηρίζει, ζωντανεύω, ζωηρεύω, προκαλώ έξαψη, εμψυχώνω, τσιγκλάω, παρακινώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης ánimo

ενθαρρύνω, παροτρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Siempre animo a todo el mundo a aprender un nuevo idioma, es muy satisfactorio.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Διέκρινα το ταλέντο της και την προέτρεψα (or: παρακίνησα) ν' ασχοληθεί με το θέατρο.

ζωντανεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Esta fiesta es tan aburrida, ¡necesitamos animarla o me voy!

ενθαρρύνω, εμψυχώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El apoyo de su familia animó a David a seguir sus sueños.

ενθαρρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εμψυχώνω, ενθαρρύνω

verbo transitivo (dar vida) (μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δίνω ζωή, ζωντανεύω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Δίνει αρκετές περιγραφές για να ζωντανέψει τους χαρακτήρες του.

ζωηρεύω, ζωντανεύω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La fiesta estaba aburrida hasta que la banda comenzó a tocar y la animó.

ζωντανεύω, ζωηρεύω

verbo transitivo (figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Añado aceita de chile a mi comida para animarla cuando está un poco sosa.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Θα βάλω λίγη μουσική να ζωηρέψουμε την ατμόσφαιρα λίγο.

ενθαρρύνω, προτρέπω, παροτρύνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los espectadores le animaban con gritos de aliento.

νοστιμεύω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φωτίζω, ζωντανεύω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Las nuevas cortinas amarillas realmente animan la sala.

τονώνω, αναζωογονώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φωτίζω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lleve unos flores a mi madre para animar su habitación de hospital.

ξεσηκώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La animadora hizo un buen trabajo animando a la multitud.

ανεβάζω

(ηθικό, διάθεση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El éxito de su novela animó su espíritu.

μπριζώνω

(αργκό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El nuevo gerente animaba a su equipo de ventas para mejorar la productividad.

ζωντανεύω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Animemos la fiesta de la oficina contratando a un animador profesional.

φτιάχνω, ανεβάζω

verbo transitivo (κέφι, διάθεση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando tuvimos noticias del rescate, todos nos animamos.

αναζωογονώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La presencia de Nina avivó la fiesta.

ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ, κινητοποιώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El café siempre me motiva por las mañanas.

χαροποιώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La noticia en la carta de Julia alegrará al lector.

ξεσηκώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Αν δεν τον ξεσήκωνα (or: ξυπνούσα), αποκλείεται να έψαχνε να βρει δουλειά.

ξεσηκώνω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El sermón pretende levantar a la congregación.

αναζωογονώ, τονώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un poco de limón va a vigorizar la ensalada.

ανεβάζω

(ηθικό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los gritos de la multitud alentaron al equipo.
Οι επευφημίες του κοινού ανέβασαν το ηθικό της ομάδας.

ξυπνάω, ξυπνώ

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Una caminata por el bosque en un lindo día aviva mis sentidos.

εγείρω

(λόγιος, επίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La noticia estimulaba la simpatía hacia la familia.

υποδαυλίζω

(λόγιος)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La organización fue acusada de alentar el odio nacional.
Ο οργανισμός κατηγορήθηκε ότι καλλιεργεί το εθνικό μίσος.

υποστηρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Las fanáticos apoyan al equipo con entusiasmo.

παρέχω ενέργεια σε κτ, τροφοδοτώ κτ με ενέργεια

(figurado)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La luz de sol impulsa casi toda la vida en la tierra.

ανεβάζω τους τόνους

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

κάνω κτ πιο ενδιαφέρον

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Roger le ha dado vida a (or: le ha dado alegría a) la página web con más contenido.

προετοιμάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El comediante animó al público con chistes y bromas tontas.
Ο κωμικός προετοίμασε το κοινό με αστεία και χαζές φάρσες.

θάρρος

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
John vio ánimo en la determinación de su madre.
Ο Τζον βρήκε στήριγμα στην αποφασιστικότητα της μητέρας του.

τσαγανό

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El ánimo del equipo los llevó desde el último lugar hasta las eliminatorias.

κέφι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los invitados a la fiesta estaban de buen ánimo.

ενθάρρυνση

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χιούμορ

κίνητρο

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πνεύμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

διάθεση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Estaba de buen ánimo después de haber aprobado la materia.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Δεν έχω κέφι για σινεμά απόψε.

ανάταση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ολέ

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Los fans gritaban «¡Vamos, Steelers!».

υποστήριξη, προώθηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ενθαρρύνω κπ να κάνει κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La maestra animó a los estudiantes a que discutan el libro en clase.

βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mary siempre les da ánimo a sus estudiantes.

ανεβάζω τη διάθεση

locución verbal (figurado, alegrar)

Estas canciones alegres son una garantía para animar el espíritu.

κινώ το ενδιαφέρον σε κπ, κινώ την περιέργεια σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A los niños les estimulaba el programa de televisión educativo.

ενθαρρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fue animado a llegar a su destino por la promesa de una comida decente a su llegada.

ζητωκραυγάζω, ενθαρρύνω με φωνές

(κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Vamos al partido a alentar al equipo.
Πάμε στον αγώνα για να ζητωκραυγάσουμε υπέρ της ομάδας.

στηρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

που δεν με υποστηρίζει, που δεν με στηρίζει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Es sorprendente todo lo que ha logrado Rick, considerando que tiene padres que no apoyaron sus decisiones cuando crecía.

ζωντανεύω, ζωηρεύω

locución verbal (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando me siento triste, una canción bonita siempre me anima.
Όταν νιώθω λυπημένος ένα ωραίο τραγούδι πάντα με ζωντανεύει.

προκαλώ έξαψη

(σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La sensación del viento mientras galopaba su caballo emocionó a Liam.
Η αίσθηση του αέρα που σφύριζε δίπλα του, ενώ το άλογό του κάλπαζε, ενθουσίασε τον Λίαμ.

εμψυχώνω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τσιγκλάω

(figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El amigo le tuvo que dar un empujoncito a Mike para que buscara un nuevo trabajo.
Οι φίλοι του Μάικ έπρεπε να τον τσιγκλήσουν μερικές φορές για να τον ωθήσουν να κάνει αίτηση για καινούρια δουλειά.

παρακινώ

(κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fiona animó a Ellen para ir a la fiesta.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του ánimo στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του ánimo

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.