Τι σημαίνει το dive στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dive στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dive στο Αγγλικά.

Η λέξη dive στο Αγγλικά σημαίνει βουτάω, βουτώ, κάνω κατάδυση, πηδάω, βουτάω, βουτιά, καταγώγιο, καταγώγι, πτώση, κατάδυση, βουτιά, βουτιά, θέατρο, κάνω βουτιά, καταδύομαι, χάνω ύψος, κινούμαι γρήγορα, κινούμαι γοργά, πέφτω με τα μούτρα, κάνω βουτιά, ντίβα, ντίβα, ντίβα, πέφτω με τα μούτρα, βουτάω, καταδύομαι, καταπιάνομαι με κτ, εις βάθος έρευνα, βουτάω, εκπαιδευτής καταδύσεων, εκπαιδεύτρια καταδύσεων, βομβαρδίζω κάνοντας βουτιά, κάθετη πτώση, κάθετη πτώση, πέφτω κάθετα, κατρακυλάω, κάνω κατάδυση, κατάδυση με καρχαρίες, βουτιά, βουτιά, κάνω βουτιά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dive

βουτάω, βουτώ

intransitive verb (plunge into water)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The boy dove from the top of the cliff into the sea.
Το αγόρι βούτηξε στη θάλασσα από την κορυφή του γκρεμού.

κάνω κατάδυση

intransitive verb (go scuba diving)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Dave had the opportunity to dive on his last holiday.
Ο Ντέιβ είχε την ευκαιρία να κάνει κατάδυση στις τελευταίες του διακοπές.

πηδάω, βουτάω

intransitive verb (plunge through air)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The acrobats dove into the nets.
Οι ακροβάτες πήδηξαν στα δίχτυα.

βουτιά

noun (jump into water)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The dive caused the water in the pool to splash.
Τα νερά της πισίνας πετάχτηκαν από τη βουτιά.

καταγώγιο, καταγώγι

noun (informal (squalid bar) (αποδοκιμασίας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Why did you ask me to meet you in this bar? It's a dive!

πτώση

noun (plane: descent)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pilot managed to regain control of the plane and stop its dive.

κατάδυση

noun (scuba diving)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The holiday company is organizing a dive for tomorrow.

βουτιά

noun (dash, lunge) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The goalkeeper's dive for the ball came too late and he missed.

βουτιά

noun (figurative (stocks, prices: sudden drop) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Share prices have taken a dive since the beginning of the global financial crisis.

θέατρο

noun (soccer, football: faked fall) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The player's dive earned him a yellow card from the referee.

κάνω βουτιά

intransitive verb (informal, figurative (stocks, price: go down) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Share prices in the company are diving after the CEO's sudden resignation.

καταδύομαι

intransitive verb (go underwater)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The submarine dove into the depths.

χάνω ύψος

intransitive verb (figurative (plane: decend nose first)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The plane's engines failed and it began to dive.

κινούμαι γρήγορα, κινούμαι γοργά

intransitive verb (move quickly)

The spy dived into a doorway.
Ο κατάσκοπος μπήκε γρήγορα σε μια είσοδο.

πέφτω με τα μούτρα

intransitive verb (figurative (plunge into activity) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Martha dived into her new book and read all night.

κάνω βουτιά

intransitive verb (soccer, football: pretend to fall) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The player dived in the hope that the referee would award his team a free kick.

ντίβα

noun (Italian (female opera singer) (μουσική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The opera's newest diva is difficult to work with.

ντίβα

noun (Italian (acclaimed female singer) (μουσική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The conductor has threatened to quit because the diva has such a bad attitude.

ντίβα

noun (Italian (temperamental woman) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Mariah is a diva who wants attention all the time.

πέφτω με τα μούτρα

phrasal verb, intransitive (figurative (undertake [sth] enthusiastically) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
With all of the homework Matt had, once he got home, he decided to just dive in to working on it.
Με τόσο διάβασμα που είχε ο Ματ για το σχολείο, μόλις γύρισε σπίτι αποφάσισε να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.

βουτάω, καταδύομαι

phrasal verb, transitive, inseparable (literal (plunge into: water) (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Diving into unknown waters is hazardous - you don't know how deep the water is or how strong the current.

καταπιάνομαι με κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (undertake enthusiastically)

I couldn't wait to dive into my favorite author's latest book.

εις βάθος έρευνα

noun (figurative, informal (in-depth examination)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

βουτάω

(plunge into water) (κυριολεκτικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The water was very cold here, and it took a few seconds to prepare myself mentally before I could dive in.
Το νερό ήταν παγωμένο εδώ και μου πήρε μερικά λεπτά ώστε να προετοιμαστώ ψυχολογικά πριν βουτήξω.

εκπαιδευτής καταδύσεων, εκπαιδεύτρια καταδύσεων

noun (person who teaches scuba diving)

βομβαρδίζω κάνοντας βουτιά

transitive verb (attack with steep dive) (για αεροσκάφος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάθετη πτώση

noun (aircraft: rapid fall, plunge) (αεροσκάφος)

The plane's nosedive was frightening, but fortunately it quickly corrected course.

κάθετη πτώση

noun (figurative (rapid decrease) (μεταφορικά)

The nosedive in salaries was due to the poor economy.

πέφτω κάθετα

intransitive verb (aircraft: plummet, fall rapidly) (αεροσκάφος)

When the engine malfunctioned, the plane nosedived.

κατρακυλάω

intransitive verb (figurative (decrease rapidly) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Stocks nosedived for the fifth week in a row.

κάνω κατάδυση

intransitive verb (go deep-sea swimming)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When I was scuba-diving in Australia, small sharks were swimming nearby.

κατάδυση με καρχαρίες

noun (underwater wildlife viewing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βουτιά

noun (figurative (economics: decrease) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
At the very beginning of the recession world stock markets took a swan dive.

βουτιά

noun (figurative (loss of prestige, etc.) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The politician's campaign took a swan dive when he revealed his affair with the secretary.

κάνω βουτιά

verbal expression (informal (prices, etc.: fall) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dive στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dive

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.