Τι σημαίνει το downs στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης downs στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του downs στο Αγγλικά.

Η λέξη downs στο Αγγλικά σημαίνει σύνδρομο Down, κάτω, κάτω, -, προς τα κάτω, πιο κάτω, από, στη διάρκεια, κάτω, πεσμένος, χαμηλός, πεσμένος, κάτω, down, ντάουν, πίσω, που φεύγει από την πόλη, εκτός λειτουργίας, -, μείον, -, κάθετα, έχω, εξαρτώμαι, Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία., που οφείλεται σε κτ/κπ, -, -, -, -, -, -, τοις μετρητοίς, σε μετρητά, -, -, -, -, ψήνομαι για κτ, κάτω, πούπουλο, χνούδι, χνούδι, λιβάδι, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, πουπουλένιος, λιβάδια, άσχημα γεγονότα, -, κατεβαίνω, πίνω, καταρρίπτω, κερδίζω, νικάω, Σύνδρομο Down. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης downs

σύνδρομο Down

noun (abbr, informal (Down syndrome) (χρωμοσωμική ανωμαλία)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κάτω

adverb (from higher to lower)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He climbed down from the tree.
-

κάτω

adverb (on the bottom)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
There's a house down there in the valley.
Υπάρχει ένα σπίτι εκεί κάτω στην κοιλάδα.

-

adverb (away from here) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Are you coming down to the pub with us?
Θα έρθεις μαζί μας στην παμπ;

προς τα κάτω

preposition (from higher to lower place)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They walked down the mountain.
Περπάτησαν προς τα κάτω στο βουνό.

πιο κάτω

preposition (further along)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The restaurant is just down the street.
Το εστιατόριο είναι λίγο πιο κάτω στο δρόμο.

από

preposition (near body of water) (απόσταση)

They live about 20 miles down river.
Μένουν περίπου 20 μίλια από το ποτάμι.

στη διάρκεια

preposition (throughout: years, ages, etc.)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Philosophers have sought answers down the ages.
Φιλόσοφοι έχουν αναζητήσει απαντήσεις στη διάρκεια των αιώνων.

κάτω

adverb (southward) (μεταφορικά: νότια)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We're going down to Italy for our holidays this year.
Φέτος θα πάμε για διακοπές κάτω στην Ιταλία.

πεσμένος

adjective (lower) (δείχνει μείωση)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The price of oil is down this week.
Η τιμή του πετρελαίου είναι πεσμένη αυτή την εβδομάδα.

χαμηλός

adjective (level: reduced)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The water level is down. We should add some more.

πεσμένος

adjective (figurative, informal (sad or depressed) (μτφ, καθομιλουμένη)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
I feel a little down, but I'll be alright.

κάτω

adjective (to the south)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
They're down on the south coast all week.

down, ντάουν

adjective (American football: stopped)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The referee declared the ball down.

πίσω

adjective (sports: behind in score)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The Danish team is down ten points.
Η δανέζικη ομάδα είναι δέκα πόντους πίσω.

που φεύγει από την πόλη

adjective (UK (trains: away from capital)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The down train leaves from this platform.

εκτός λειτουργίας

adjective (informal (not working, out of order)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
The server's down. You'll have to try again later.
Έπεσε ο σέρβερ. Πρέπει να ξαναδοκιμάσετε αργότερα.

-

adjective (informal (learned) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you got your lines down for the school play yet?.
Έχεις μάθει τα λόγια σου για τη σχολική παράσταση;

μείον

adjective (informal (gambling: with losses of)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm down three hundred dollars.
Έχω μπει μέσα τρακόσια δολάρια.

-

adjective (informal (finished) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We've got three reports down, one to go!
Έχουμε τελειώσει τρεις εργασίες, μένει άλλη μία!

κάθετα

adjective (crossword puzzles: vertical) (σταυρόλεξο)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I can't work out the answer to 7 down.

έχω

(US, informal (sick with, suffering from) (αρρώστια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She's down with the flu and can't come to the party.
Την έχει ρίξει η γρίπη και δεν μπορεί να έρθει στο πάρτι.

εξαρτώμαι

(informal (determined by) (από κάτι/κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Whether he goes free or not is down to the judge's decision.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το αν θα σταματήσει να καπνίζει ή όχι είναι στο χέρι του.

Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.

(left with only) (αριθμός που έχει απομείνει)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We're down to the last of the coffee, so could you buy some more while you're out?
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχω μόνο δύο καλαμάκια, μπορείς ν' αγοράσεις ένα πακέτο;

που οφείλεται σε κτ/κπ

(informal (caused by)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The accident was entirely down to driver error.

-

adverb (written) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Have you got that down yet?
Το σημείωσες ή όχι ακόμα;

-

adverb (sitting or lying) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I put her down for her nap.
Την έβαλα για ύπνο.

-

adverb (to lower value) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Prices have come down in recent weeks.
Οι τιμές έπεσαν τις τελευταίες εβδομάδες.

-

adverb (reduced: in volume, amount, etc.) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We've got our luggage down to one suitcase each.
Μειώσαμε τις αποσκευές μας σε μία ο καθένας.

-

adverb (time: earlier to later) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Language changes down through the ages.
Η γλώσσα αλλάζει με την πάροδο των χρόνων.

-

adverb (to lesser strength) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The beer tastes watered down.
Η μπύρα έχει χάσει τη γεύση της.

τοις μετρητοίς, σε μετρητά

adverb (cash payment)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
How much money can you put down?
Πόσα χρήματα μπορείς να δώσεις τοις μετρητοίς;

-

adverb (into submission) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He shouted down his opponent.
Επιβλήθηκε στον αντίπαλό του με τις φωνές.

-

adverb (fixed state) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The antenna was tied down with ropes.
Η κεραία ήταν στερεωμένη με σκοινιά.

-

adverb (to the source) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He tracked down his natural father.
Εντόπισε τον βιολογικό του πατέρα.

-

adverb (suppressed) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He choked down his emotions.
Κατέπνιξε τα συναισθήματά του.

ψήνομαι για κτ

expression (slang (keen to do [sth]) (αργκό, μεταφορικά)

Sure, I'm down for going hiking this weekend.
Είμαι μέσα για πεζοπορία αυτό το ΣΚ.

κάτω

interjection (command to a dog) (εντολή σε σκύλο)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Down, boy! Get back to your kennel.

πούπουλο

noun (bird: soft feathers)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
These pillows are filled with goose down.
Αυτά τα μαξιλάρια είναι γεμισμένα με πούπουλα χήνας.

χνούδι

noun (person: soft hair)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He was sixteen and had down on his chin.

χνούδι

noun (botany: fuzz)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Peaches have a layer of down on their skin.

λιβάδι

noun (range of low ridges in England)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (sea area in England)

πουπουλένιος

noun as adjective (made with soft feathers)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I find a down pillow more comfortable than a synthetic one.

λιβάδια

plural noun (UK (rolling country)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Sheep were grazing on the downs.

άσχημα γεγονότα

plural noun (informal (negative events, experiences)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Life has been hard on me lately; I've had more downs than ups this past year.

-

preposition (UK, informal (at, to) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Were you down the pub last night?
Ήσουν στην παμπ χτες;

κατεβαίνω

intransitive verb (informal (fall)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The road ups and downs all the way to the sea.

πίνω

transitive verb (informal (drink)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He downed his beer and left.

καταρρίπτω

transitive verb (shoot from the sky)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They downed a helicopter with just a rifle.

κερδίζω, νικάω

transitive verb (informal (subdue)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
That wrestler could down anyone in thirty seconds.

Σύνδρομο Down

noun (chromosome abnormality)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
My brother was born with Down's syndrome.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του downs στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του downs

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.