Τι σημαίνει το felt στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης felt στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του felt στο Αγγλικά.

Η λέξη felt στο Αγγλικά σημαίνει τσόχα, τσόχινος, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, που καλύπτεται με τσόχα, αισθάνομαι, νιώθω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω, νιώθω, αισθάνομαι, νιώθω, αισθάνομαι, αισθάνομαι, νιώθω, αισθάνομαι, νιώθω, αισθάνομαι, νιώθω, αισθάνομαι, νιώθω, αίσθηση, αίσθηση, αφή, άγγιγμα, ψηλαφίζω, ψηλαφώ, έχω συναισθήματα, συμπάσχω, νιώθω, αισθάνομαι, αισθάνομαι, νιώθω, ειλικρινής, μαρκαδόρος, μαρκαδόρος, μαρκαδοράκι, βελονωτή τσόχα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης felt

τσόχα

noun (fabric)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The blanket was made of felt.
Η κουβέρτα ήταν από τσόχα.

τσόχινος

noun as adjective (of felt fabric)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He wore an old felt hat.
Φορούσε ένα παλιό τσόχινο καπέλο.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

transitive verb (turn into felt)

You can felt a piece of knitted fabric by washing it at a very high temperature.

που καλύπτεται με τσόχα

transitive verb (cover with felt)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The ornament was felted on the base to protect the table.
Το στολίδι ήταν καλυμμένο με τσόχα στην βάση του για την προστασία του τραπεζιού.

αισθάνομαι, νιώθω

transitive verb (sense by touch)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He felt her hand on his shoulder.
Αισθάνθηκε (or: ένιωσε) το χέρι της στον ώμο του.

ψηλαφώ, ψηλαφίζω

transitive verb (examine by touch) (εξερευνώ με την αφή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She felt the cloth to see how good it was.
Χάιδεψε το ύφασμα για να ελέγξει την ποιότητά του.

νιώθω

transitive verb (sense, detect: not by touch)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I felt hostility in his voice.
Ένιωσα εχθρότητα στη φωνή του.

αισθάνομαι, νιώθω

transitive verb (be conscious of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He could feel her gaze on him.
Μπορούσε να αισθανθεί το βλέμμα της επάνω του.

αισθάνομαι

transitive verb (with clause: think) (ότι, πως)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He felt that her actions were unfair.
Αισθανόταν ότι οι πράξεις της ήταν άδικες.

αισθάνομαι, νιώθω

intransitive verb (+ adj: experience condition)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm over the worst of my flu but I still feel a bit weak.
Ξεπέρασα τη χειρότερη φάση της γρίπης, αλλά αισθάνομαι (or: νιώθω) ακόμη αδύναμος.

αισθάνομαι, νιώθω

intransitive verb (+ adj: experience emotion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I felt really embarrassed.
Αισθάνθηκα πραγματικά ντροπιασμένος.

αισθάνομαι, νιώθω

intransitive verb (+ noun: perceive self as)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I felt a fool when she pointed out my mistake.
Ένιωσα (or: Αισθάνθηκα) χαζός, όταν επεσήμανε το λάθος μου.

αισθάνομαι, νιώθω

intransitive verb (+ adj: have detectable quality) (ότι κάτι έχει ιδιότητα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The floor felt wet.
Ένιωσα ότι το πάτωμα ήταν υγρό.

αίσθηση

noun (quality perceived by touch)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I like the feel of silk on my skin.
Μου αρέσει η αίσθηση του μεταξιού στο δέρμα μου.

αίσθηση

noun (impression)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It's a café but it has the feel of a pub.
Καφετέρια είναι, αλλά δίνει την αίσθηση μιας παμπ.

αφή

noun (sense of touch)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Without electricity, he had to move by feel.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ήταν σκοτεινά και έπρεπε να βασιστούμε στην αφή για να βρούμε την έξοδο.

άγγιγμα

noun (touching with a hand)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A quick feel of the fabric was enough to tell Ellen that it wasn't what she wanted.

ψηλαφίζω, ψηλαφώ

intransitive verb (search by touch)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She felt below the chair but could not find her pen.

έχω συναισθήματα

intransitive verb (have emotions)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He is a man who feels strongly.

συμπάσχω

intransitive verb (have compassion)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
When I see suffering, I really feel.

νιώθω, αισθάνομαι

transitive verb (be affected by)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He felt the full force of the crash.

αισθάνομαι, νιώθω

transitive verb (detect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He felt her anger at the other end of the phone.

ειλικρινής

adjective (condolences, sympathy: sincere)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μαρκαδόρος

noun (fiber-tipped marker pen)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You can write on anything with a felt pen -- paper, wood, even metal.
Με μαρκαδόρο μπορείς να γράψεις πάνω σε οτιδήποτε: χαρτί, ξύλο, ακόμα και μέταλλο.

μαρκαδόρος

noun (informal (fiber-tipped marker pen)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Mark the position on the wall using a felt tip. My daughter loves colouring with felt tips.

μαρκαδοράκι

noun (fiber-tipped marker)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βελονωτή τσόχα

noun (wool matted using a special tool) (ύφασμα)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του felt στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του felt

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.