Τι σημαίνει το get out στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης get out στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του get out στο Αγγλικά.

Η λέξη get out στο Αγγλικά σημαίνει βγαίνω, φύγε, χάσου, δικαιολογία, βγαίνω, γλιτώνω από κτ, εντελώς, τελείως, θέλω να εκδικηθώ κάποιον, διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι, εξοργίζομαι, θυμώνω, σηκώνομαι από το κρεβάτι, το σκάω, βγαίνω εκτός ελέγχου, Φύγε!, Φύγε από δω!, Σήκω και φύγε!, Σώπα!, Άσε ρε!, Άντε ρε!, Έλα!, μπερδεύομαι, ανακατεύομαι, φεύγω από τη μέση, βγαίνω από τη μέση, ξεμπερδεύω με κτ, βγάλε κτ/κπ από το μυαλό σου, βιάζομαι, διαδίδω, ανακοινώνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης get out

βγαίνω

(escape)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We got out just as the building was about to burst into flames.
Βγήκαμε τη στιγμή που το κτίριο θα έπαιρνε φωτιά.

φύγε, χάσου

interjection (leave)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Get out and leave me alone!
Φύγε κι άσε με ήσυχο!

δικαιολογία

noun (informal (means or excuse to escape [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βγαίνω

(extricate oneself from)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The children could not get out of the building because it was on fire.
Τα παιδιά δεν μπορούσαν να βγουν απ' το κτίριο γιατί είχε πάρει φωτιά.

γλιτώνω από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, informal (free yourself from an obligation)

I need to get out of my meeting this afternoon because I have a doctor's appointment. The teenager tried to get out of his homework by pretending to be ill.

εντελώς, τελείως

expression (US (extremely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
What? That's silly as all get out! You can't grow bananas in the desert.

θέλω να εκδικηθώ κάποιον

verbal expression (informal (want revenge)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She has been out to get me ever since she learned that I was dating her ex-boyfriend.

διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι

verbal expression (slang (enjoy, take pleasure in)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She gets a kick out of watching talking animal videos.

εξοργίζομαι, θυμώνω

verbal expression (figurative, slang (be resentful, angry)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σηκώνομαι από το κρεβάτι

verbal expression (rise in morning)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I was sick today and did not want to get out of bed.

το σκάω

verbal expression (US, informal, figurative (leave a town, escape) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

βγαίνω εκτός ελέγχου

verbal expression (informal (become uncontrolled)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The party got out of hand, and a neighbour called the police.

Φύγε!, Φύγε από δω!, Σήκω και φύγε!

interjection (informal (command: go)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
"Get out of here!" she cried, waving her broom at the startled cat.

Σώπα!, Άσε ρε!, Άντε ρε!, Έλα!

interjection (mainly US, slang, figurative (disbelief) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
You bought that shirt for $10? Get out of here!

μπερδεύομαι, ανακατεύομαι

verbal expression (be jumbled)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The professor's notes had got out of order and he was having trouble giving his lecture.

φεύγω από τη μέση, βγαίνω από τη μέση

verbal expression (informal (move aside)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The truck finally got out of the way and I was able to turn right.

ξεμπερδεύω με κτ

verbal expression (informal, figurative (task: complete)

Let's get the cleaning out of the way: then we can do something fun.

βγάλε κτ/κπ από το μυαλό σου

verbal expression (stop thinking about [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I know it was a tough breakup, but you need to get it out of your mind.

βιάζομαι

verbal expression (figurative, slang (hurry)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

διαδίδω, ανακοινώνω

expression (spread news of [sth]) (νέα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The animal rights group is getting the word out about spaying and neutering pets.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του get out στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.