Τι σημαίνει το image στο Γαλλικά;
Ποια είναι η σημασία της λέξης image στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του image στο Γαλλικά.
Η λέξη image στο Γαλλικά σημαίνει απεικόνιση, εικόνα, εικόνα, εικόνα, εικόνα, εικόνα, παρομοίωση, αντίληψη, εντύπωση, εικόνα, εικόνα, γλαφυρός, χρυσό αστέρι, εικόνα, αντίγραφο, ενσάρκωση, προσωποποιήση, έρχομαι σε αντίθεση με κτ, υδατόσημο, σημείο εστίασης, κπ που προσέχει την εικόνα του/της, που ταιριάζει στο brand, με τον ίδιο τρόπο όπως, σε απομίμηση, αντιγραφή, παραποίηση, παραχάραξη, μετείκασμα, μεταίσθημα, λόγος διαστάσεων, παραμορφωμένη εικόνα, εικόνα στο μυαλό/στη φαντασία, εναντιόμορφο είδωλο, μητρική φιγούρα, εταιρική ταυτότητα, γλαφυρότητα, παραστατικότητα, ετικέτα εικόνας, δορυφορική εικόνα, αυτοεικόνα, αυτοαντίληψη, σταθερή εικόνα, στατική εικόνα, μετείκισμα, διαχωρισμένη οθόνη, πάγωμα εικόνας, εικόνα φάντασμα, έχω μια εικόνα, έχω μια ιδέα, διαστρεβλώνω, παρουσιάζω κτ με νέα ταυτότητα, διαχωρισμένης οθόνης, παρασιτική εικόνα, παραπλανητική περιγραφή, απεικόνιση, λανθασμένη εικόνα, στρεβλή αντίληψη, ψηφιακό έργο τέχνης, τεχνική καρέ-καρέ, υποβιβάζω κοινωνικά, φαίνομαι άσχημος, βλέπω με άλλο μάτι, παρουσιάζω ψευδώς κτ/κπ ως κτ, με υπερήχους, που χρησιμοποιεί τεχνική καρέ-καρέ, καρέ ανά δευτερόλεπτο, πλαίσια ανά δευτερόλεπτο, προσποιούμαι, υποκρίνομαι, προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω, αντανακλώ σε, εικόνα σώματος, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, το παιδί της αφίσας. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.
Σημασία της λέξης image
απεικόνιση(τέχνη) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Cette image représente Marie à la naissance de Jésus. Αυτό το άγαλμα είναι μια απεικόνιση της Παναγίας στη γέννηση του Ιησού. |
εικόναnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Le livre raconte son histoire en mots et en images. Το βιβλίο διηγείται την ιστορία της ζωής της με εικόνες και λέξεις. |
εικόνα(perception de [qqn]) (μτφ: εντύπωση) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Son image était celle d'un playboy. Είχε το ίματζ του πλέιμποϊ. |
εικόνα(figuré) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) L'examen est une image des progrès de l'étudiant. |
εικόναnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) L'auteur donne une image déprimante de la vie en Russie. |
εικόναnom féminin (sur un écran de TV) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) L'image est floue. |
παρομοίωσηnom féminin (métaphore) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Le poète utilise l'image des arbres en automne pour exprimer l'idée de mortalité. |
αντίληψη, εντύπωση
(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
εικόναnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
εικόνα
(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Le graphique sur ce diaporama n'était qu'une petite image. |
γλαφυρός
(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό) Le professeur a lu un poème très vivant qui traitait de la vie pendant la révolution industrielle. |
χρυσό αστέρι(Scolaire, vieilli) (όχι στην Ελλάδα) Sylvia a eu un bon point pour son projet. |
εικόνα(perception, idée) (μεταφορικά) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) J'ai cette image de lui comme étant quelqu'un de très gentil. |
αντίγραφοnom féminin (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) Ce tableau est l'image conforme de l'original. |
ενσάρκωση, προσωποποιήσηnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) C'était l'image même de l'agressivité masculine. |
έρχομαι σε αντίθεση με κτ
(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.) L'expression calme du visage de Ron dément ses mains nerveuses. |
υδατόσημο(Informatique) (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) Un moyen simple de protéger vos images est d'y mettre un filigrane. |
σημείο εστίασης(Optique) (οπτικά) (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) Περιέστρεψε τον φακό για να φέρει την εικόνα στο σημείο εστίασης. |
κπ που προσέχει την εικόνα του/τηςlocution adjectivale (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
που ταιριάζει στο brandlocution adjectivale (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
με τον ίδιο τρόπο όπως
(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Il grattait la terre, comme un chien qui enterre un os. |
σε απομίμηση, αντιγραφή
(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Elle portait une perruque blonde à l'image de son actrice préférée. |
παραποίηση, παραχάραξη
(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
μετείκασμα, μεταίσθημαnom féminin (ιατρική: οπτική εντύπωση) (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) |
λόγος διαστάσεωνnom masculin (φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.) |
παραμορφωμένη εικόναnom féminin (κυριολεκτικά) ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Τα κινητά νέας τεχνολογίας έχουν πρόγραμμα εμφάνισης παραμορφωμένων εικόνων. |
εικόνα στο μυαλό/στη φαντασίαnom féminin (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Je ne l'ai jamais rencontré, mais je me fais une image mentale de lui comme étant grand et séduisant. |
εναντιόμορφο είδωλοnom féminin Une belle image en miroir du paysage se reflétait dans le lac immobile. |
μητρική φιγούραnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
εταιρική ταυτότηταnom féminin |
γλαφυρότητα, παραστατικότηταnom masculin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
ετικέτα εικόναςnom féminin (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
δορυφορική εικόναnom féminin |
αυτοεικόναnom féminin (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) Une image de soi positive influence grandement les chances de trouver un emploi. |
αυτοαντίληψηnom féminin (θεώρηση του εαυτού) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
σταθερή εικόνα, στατική εικόναnom féminin |
μετείκισμαnom féminin (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) Kate voyait toujours l'image résiduelle du soleil quand elle fermait les yeux. |
διαχωρισμένη οθόνηnom féminin (film) |
πάγωμα εικόναςnom féminin (φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.) |
εικόνα φάντασμαnom féminin (TV, Impression) (φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.) |
έχω μια εικόνα, έχω μια ιδέα(μεταφορικά: με γενική) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) L'architecte avait une image dans sa tête de ce à quoi l'immeuble ressemblerait. |
διαστρεβλώνω(des faits) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) |
παρουσιάζω κτ με νέα ταυτότηταverbe transitif (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
διαχωρισμένης οθόνηςlocution adjectivale (film) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
παρασιτική εικόναnom féminin (Télévision) John a mis le DVD sur pause trop longtemps, ce qui a formé une image résiduelle sur le téléviseur. |
παραπλανητική περιγραφή
(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) |
απεικόνισηnom féminin (νοερή) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) |
λανθασμένη εικόνα, στρεβλή αντίληψηnom féminin (μεταφορικά) À cause du mariage malheureux de ses parents, John a une fausse image des relations hommes / femmes. Εξαιτίας του κακού γάμου των γονιών του ο Τζον μεγάλωσε με μια στρεβλή αντίληψη των σχέσεων. |
ψηφιακό έργο τέχνηςnom féminin (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
τεχνική καρέ-καρέnom féminin (φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.) |
υποβιβάζω κοινωνικάverbe transitif (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) Une rumeur concernant des faux diplômes a sérieusement entamé l'image de l'université X. |
φαίνομαι άσχημος(familier) |
βλέπω με άλλο μάτι(figuré : améliorer) (μτφ: ανακαλύπτω ξανά) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) |
παρουσιάζω ψευδώς κτ/κπ ως κτ
(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) Le politicien a donné une image fausse (or: fausse image) de lui-même en tant qu'humanitaire, alors qu'il était en fait belliciste. Ο πολιτικός αυτοπαρουσιάστηκε ως ανθρωπιστής, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολεμοκάπηλος. |
με υπερήχους
(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
που χρησιμοποιεί τεχνική καρέ-καρέlocution adjectivale (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
καρέ ανά δευτερόλεπτο, πλαίσια ανά δευτερόλεπτο
(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
προσποιούμαι, υποκρίνομαιlocution verbale (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) Les parents ont donné une image d'unité pour ne pas inquiéter leurs enfants. Οι γονείς προσποιούνται ότι είναι ενωμένοι, για να μην ανησυχούν τα παιδιά τους. |
προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω(κατά κπ, εναντίον κπ, απέναντι σε κπ, ενάντια σε κπ) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) L'influence de la frange d'extrême-droite a monté les éléments plus modérés du parti contre les minorités ethniques. Η επιρροή της άκρας δεξιάς πτέρυγας έχει προκαταλάβει τα πιο μετριοπαθή στοιχεία του κόμματος κατά των εθνικών μειονοτήτων. |
αντανακλώ σε
(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) Οι επιδόσεις σου έχουν άσχημες επιπτώσεις στην εικόνα σου. |
εικόνα σώματος(Can) (φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.) |
<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>nom masculin (bouton) |
το παιδί της αφίσαςnom féminin (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) |
Ας μάθουμε Γαλλικά
Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του image στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.
Σχετικές λέξεις του image
Ενημερωμένες λέξεις του Γαλλικά
Γνωρίζετε για το Γαλλικά
Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.