Τι σημαίνει το managed στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης managed στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του managed στο Αγγλικά.

Η λέξη managed στο Αγγλικά σημαίνει διαχειρίζομαι, επιβλέπω, διαχειρίζομαι, διευθύνω, διοικώ, τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα με κτ, τα βγάζω πέρα με κτ, καταφέρνω να κάνω κτ, καταφέρνω να κάνω κτ, τα καταφέρνω, χειρίζομαι, μανατζάρω, είμαι διαθέσιμος, κάνω διαχείριση κινδύνου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης managed

διαχειρίζομαι

transitive verb (organize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She managed the network operations.
Διαχειριζόταν τις λειτουργίες δικτύου.

επιβλέπω

transitive verb (supervise)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I manage a team of 5 editorial assistants.
Επιβλέπω μια ομάδα πέντε βοηθών σύνταξης.

διαχειρίζομαι

transitive verb (control)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
How can one teacher manage a class of thirty-five children?
Πώς μπορεί ένας δάσκαλος να διαχειριστεί (or: κουμαντάρει) μια τάξη με τριάντα πέντε παιδιά;

διευθύνω, διοικώ

intransitive verb (be a manager)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My daughter acts as the shop assistant, and I manage.
Η κόρη μου δουλεύει ως βοηθός στο κατάστημα κι εγώ το διευθύνω.

τα καταφέρνω

intransitive verb (get by, survive)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I don't know how, but I have managed through the years.
Δεν ξέρω πώς, αλλά τα έχω φέρει βόλτα (or: τα έχω βγάλει πέρα) τόσα χρόνια.

τα βγάζω πέρα με κτ

(use what is available) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
There isn't much food in the fridge, but we'll have to manage with what we've got.

τα βγάζω πέρα με κτ

(cope) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Can you manage with all those boxes?

καταφέρνω να κάνω κτ

verbal expression (succeed in)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The traffic was terrible today! I'm amazed I managed to get to work on time.
Είχε τρελή κίνηση σήμερα! Εκπλήσσομαι που κατάφερα να πάω στην ώρα μου στη δουλειά.

καταφέρνω να κάνω κτ

(ironic, informal (do [sth] clumsy) (ανεπίσημο, σαρκαστικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I managed to trip over my own feet and fall down the stairs.
Κατάφερα (or: Τα κατάφερα) να μπερδέψω τα πόδια μου και να πέσω από τη σκάλα.

τα καταφέρνω

intransitive verb (succeed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I thought the project was too difficult for me, but I managed.

χειρίζομαι

transitive verb (handle: a tool or weapon)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He manages the lathe very skilfully.
Τα καταφέρνει καλά με τον τόρνο.

μανατζάρω

transitive verb (sports, show business)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ruth manages several sports stars.

είμαι διαθέσιμος

transitive verb (be available on/at)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Lisa phoned; she can't manage 23 May, but she could meet you on 24. Can you manage 2pm?

κάνω διαχείριση κινδύνου

intransitive verb (control potential losses)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του managed στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του managed

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.