Τι σημαίνει το master στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης master στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του master στο Αγγλικά.

Η λέξη master στο Αγγλικά σημαίνει μάστορας, αφέντης, κύριος, αφεντικό, μάστορας, αυθεντία, καπετάνιος, πλοίαρχος, κύριος, τελειοποιώ, είμαι κύριος, αρχηγός, Μάστερ, κύριος, δάσκαλος, πρωτότυπο, κύριος, κύρης, μετρ, μαιτρ, κύριος, ο Κύριος, πρωτότυπος, αρχικός, γίνομαι κυρίαρχος, κυβερνώ, τιθασεύω, δάσκαλος, αρχηγός κατάδυσης, δεξιοτέχνης, δεξιοτέχνισσα, γκρανμαίτρ, γκραν μαιτρ, λιμενάρχης, παιδί για όλες τις δουλειές, κύριος και αφέντης, κύριο υπνοδωμάτιο, πρωτότυπο, δεξιοτέχνης τεχνίτης, δεξιοτέχνης τεχνίτρια, κύριος κύλινδρος, πασπαρτού, βραχυπρόθεσμο γραμμάτιο, άριστος σε κτ, κύριος, Μάστερ, παρουσιαστής/οικοδεσπότης μιας εκδήλωσης, Μάστερ στις νομικές επιστήμες, μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης, ο κύριος του σπιτιού, ο κύρης του σπιτιού, σχέδιο, καταρτίζω ένα γενικό σχέδιο, ανώτερη φυλή, αρχιλοχίας, master tape, μεταπτυχιακό δίπλωμα, σεμινάριο εξειδίκευσης, τάξη ειδικού, εξαιρετικό παράδειγμα, μεταπτυχιακό, μεγάλος ζωγράφος, μάστορας, ιδιοκτήτης σκλάβων. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης master

μάστορας

noun (expert) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He is the master at fixing old cars.
Είναι μάστορας (or: μετρ) στο να επισκευάζει παλιά αυτοκίνητα.

αφέντης

noun (historical (slave owner) (παλαιό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
"Yes, master," said the slave.
«Ναι, αφέντη», είπε ο σκλάβος.

κύριος

noun (servant's employer)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I need to ask the master what he wants for dinner.
Πρέπει να ρωτήσω τον κύριο (or: αφέντη) τι θέλει για βραδινό.

αφεντικό

noun (pet owner)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The dog came running at the sound of his master's voice.
Ο σκύλος έτρεξε μόλις άκουσε τη φωνή του αφεντικού του.

μάστορας

noun (craftsman)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After years as an apprentice woodworker, he became a master.
Μετά από χρόνια ως μαθητευόμενος ξυλουργός, έγινε τελικά μάστορας.

αυθεντία

noun (scholar)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He is a master in the study of ancient texts.
Είναι αυθεντία στη μελέτη των αρχαίων κειμένων.

καπετάνιος, πλοίαρχος

noun (nautical: captain)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You need to ask the master where we are sailing next.
Πρέπει να ρωτήσεις τον καπετάνιο πού θα πάμε στη συνέχεια.

κύριος

noun (UK, archaic (title for a youth) (τίτλος ευγενείας)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Master James Willis is much like his lazy, corpulent father.
Ο Κύριος (or: Αφέντης) Τζέιμς Γουίλις μοιάζει πολύ με τον τεμπέλη, παχύσαρκο πατέρα του.

τελειοποιώ

transitive verb (become an expert in)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He mastered heart surgery in only 2 years.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τελειοποίησε τα αγγλικά του σε μόλις 3 χρόνια.

είμαι κύριος

transitive verb (figurative (control) (μεταφορικά)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
If he wants to be taken seriously in business, he must learn to master his emotions.
Αν θέλει να τον παίρνουν στα σοβαρά στη δουλειά του, πρέπει να μάθει να είναι κύριος των συναισθημάτων του.

αρχηγός

noun (leader)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Who is the master of this group?
Ποιος είναι ο αρχηγός αυτής της ομάδας;

Μάστερ

noun (postgraduate degree)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
She has a Master of Arts in Psychology.
Έχει μεταπτυχιακό στην ψυχολογία.

κύριος, δάσκαλος

noun (UK, dated (school teacher)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The master expects that we have our schoolwork finished on time.
Ο κύριος (or: δάσκαλος) θέλει να έχουμε τελειώσει την εργασία μας στην ώρα μας.

πρωτότυπο

noun (original)

The software master is kept in a safe, but copies are freely available.
Το πρωτότυπο του λογισμικού φυλάσσεται σε χρηματοκιβώτιο, αλλά αντίγραφα υπάρχουν παντού.

κύριος, κύρης

noun (dated (head of household) (παλαιό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He is the master of his home.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα ήθελα να μιλήσω με τον κύριο (or: κύρη) του σπιτιού.

μετρ, μαιτρ

noun (chess, bridge)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
He is one of the youngest masters ever, but his chess skills are incredible.
Είναι από τους νεότερους μετρ που υπήρξαν ποτέ, αλλά οι ικανότητές του στο σκάκι είναι απίστευτες.

κύριος

noun (computing device)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
The first disk is the master; the other one is the slave.
Ο πρώτος δίσκος είναι ο κύριος (or: μάστερ) και ο άλλος είναι ο υποτελής.

ο Κύριος

noun (Jesus Christ)

πρωτότυπος, αρχικός

noun as adjective (document, etc.: original)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The master copy of the treaty was held in a neutral location.

γίνομαι κυρίαρχος

transitive verb (conquer)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Napoleon was able to master many countries.
Ο Ναπολέων κατέλαβε πολλά κράτη.

κυβερνώ

transitive verb (rule)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The dictator mastered his nation through fear and threats.
Ο δικτάτορας κυβέρνησε το έθνος του με εκφοβισμό και απειλές.

τιθασεύω

transitive verb (tame)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It took a long time, but he finally mastered the wild horse.
Του πήρε πολύ καιρό, αλλά τελικά κατάφερε να τιθασεύσει το άγριο άλογο.

δάσκαλος

noun (dated (male teacher)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The schoolmaster was a strict man who often punished students.

αρχηγός κατάδυσης

noun (highly-qualified scuba diver)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
The diving master showed us how to use the oxygen tanks.

δεξιοτέχνης, δεξιοτέχνισσα

noun (has highest achievement)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

γκρανμαίτρ, γκραν μαιτρ

noun (chess rank) (ζαργκόν: σκάκι)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

λιμενάρχης

noun (supervisor at a seaport)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The harbormaster dispatched tugs to guide the huge tanker out of the harbor.

παιδί για όλες τις δουλειές

noun (informal, pejorative (shallow skill in many things)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κύριος και αφέντης

noun ([sb] with total power, boss)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I need to ask my lord and master for permission to take a holiday.

κύριο υπνοδωμάτιο

noun (largest bedroom in a house)

Normally, the parents sleep in the master bedroom. The master bedroom was big enough to hold a sofa as well as the king-size bed.

πρωτότυπο

noun (original of a document)

You left the master copy on the photocopier; you ought to look after it.

δεξιοτέχνης τεχνίτης

noun (skilled tradesperson, esp. male)

These wooden chairs are made by master craftsmen.

δεξιοτέχνης τεχνίτρια

noun (skilled female tradeswoman)

κύριος κύλινδρος

(mechanics)

πασπαρτού

noun (passkey, key that opens a number of locks) (κλειδί)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I lost the key to my apartment and so had to ask the caretaker to open the door for me with his master key.

βραχυπρόθεσμο γραμμάτιο

noun (bank: type of security) (οικονομία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A master note allows you to deposit and withdraw funds at short notice.
Τα βραχυπρόθεσμα γραμμάτια καθιστούν δυνατή την κατάθεση και ανάληψη κεφαλαίων σε σύντομο χρονικό διάστημα.

άριστος σε κτ

noun (an expert in)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The con man is a master of deceit.

κύριος

noun (person in charge of) (με γενική)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Adults are masters of their own destinies.
Οι ενήλικες είναι κύριοι της μοίρας τους.

Μάστερ

noun (postgraduate arts degree)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Gillian is studying for a Master of Arts in History.

παρουσιαστής/οικοδεσπότης μιας εκδήλωσης

noun (person: hosts an event)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The master of ceremonies introduced the keynote speaker.

Μάστερ στις νομικές επιστήμες

noun (postgraduate legal degree)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Michael has a Master of Law from McGill University.

μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης

noun (postgraduate science degree)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The Institute offers tuition leading to Master of Arts (MA) and Master of Science (MSc) degrees.

ο κύριος του σπιτιού, ο κύρης του σπιτιού

noun (male head of household)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The master of the house is not necessarily the male head, but it is whoever holds the final say in certain familial matters.

σχέδιο

noun (large scale scheme or project) (ευρείας κλίμακας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tonight, the corporation will unveil its master plan to maximize third-quarter profit.

καταρτίζω ένα γενικό σχέδιο

transitive verb (create master plan)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανώτερη φυλή

noun (Nazis' Aryan ideal)

Nazi ideology describes a human master race as Nordic people with blond hair and blue eyes.

αρχιλοχίας

noun (military: noncommissioned officer)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Andrew was promoted to the rank of master sergeant.

master tape

noun (original recording) (πρωτότυπο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I made a copy in case the master tape was destroyed or stolen.

μεταπτυχιακό δίπλωμα

noun (postgraduate qualification)

He is now studying for a master's degree in English Literature.

σεμινάριο εξειδίκευσης, τάξη ειδικού

noun (lesson from expert)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εξαιρετικό παράδειγμα

noun (figurative (expert example) (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Scorsese's "Raging Bull" is a masterclass in cinematography.

μεταπτυχιακό

noun (abbreviation (degree: Master of Philosophy)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

μεγάλος ζωγράφος

noun (great painter of the past) (του παρελθόντος)

Rembrandt and Leonardo da Vinci are considered to be old masters.

μάστορας

noun (person: skilled) (μεταφορικά: σε κάτι)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Don't believe a word he says. He's a past master at lying.

ιδιοκτήτης σκλάβων

noun ([sb] who keeps captive worker)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The slave master owned nearly two hundred slaves.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του master στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του master

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.