Τι σημαίνει το pedir στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pedir στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pedir στο ισπανικά.

Η λέξη pedir στο ισπανικά σημαίνει παραγγέλνω, παραγγέλνω, ζητάω, ζητώ, ζητάω, ζητώ, ζητιανεύω, επαιτώ, ζητάω, ζητιανεύω, ζητάω, ζητώ, υποβάλλω αίτηση, παρακαλώ, εκλιπαρώ, κάνω έκκληση, ζητάω, ζητώ, ζητώ, πλασάρω, ικετεύω για κτ, χρεώνω κπ κτ, ζητιανεύω, ικετεύω, εκλιπαρώ, υποβάλλω αίτηση, υποβάλλω αίτημα, παραγγέλνω, ζητώ κτ γονυπετής, παραγγέλνω, που έχω ζητήσει, που έχω παραγγείλει, χρειάζομαι απελπισμένα, επαιτεία, δανείζομαι, κλείνω ραντεβού, ζητιανεύω, καλώ, Είστε έτοιμος να παραγγείλετε;, έθιμο του Χαλοουίν, ζητάω πολλά;, συγγνώμη, κάνω ωτοστόπ, παίρνω δάνειο, ζητώ συγχώρεση, ικετεύω έλεος, ερωτοτροπώ, φλερτάρω, κορτάρω, ζητώ μια χάρη, παίρνω φαγητό σε πακέτο, ζητάω τον λογαριασμό, στρέφομαι σε κπ για βοήθεια, αμφισβητώ, κλείνω ραντεβού, ζητώ συγγνώμη από κπ για κτ, καλώ κπ/κτ να κάνει ησυχία, ζητώ συγνώμη, κάνω ωτοστόπ, ζητιανεύω, ρωτώ ξανά, ξαναρωτώ, ικετεύω, παρακαλώ, παραγγέλνω απ'έξω, φωνάζω τεχνικό/ειδικό για επισκευή, δέχομαι συμβουλές, κάνω πρόταση γάμου, φωνάζω, παραγγέλνω, προσκαλώ, ζητώ μια χάρη, κλείνω ραντεβού, ζητώ γονυπετής κτ από κπ, ξεκινώ, κάνω ωτοστόπ, φωνάζω, ξαναζητώ, παίρνω νομική βοήθεια, ζητώ κτ από κτ, συμβουλεύομαι, κλείνω ραντεβού για κπ, ζητώ μια χάρη, ζητώ βοήθεια, ζητώ συγνώμη για κτ, δανείζομαι, αρνούμαι, καταλαμβάνω κτ ζητώντας λύτρα, ζητώ συγγνώμη από κπ που έκανα κτ, ζητώ συγγνώμη από κπ για κτ που έκανα, κάνω πρόταση γάμου, ζητάω ταυτότητα, ζητιανεύω κτ από κπ, κάνω πρόταση γάμου σε κπ, γράφω για να ζητήσω κτ, κάνω οτοστόπ, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, κάνω μια ευχή σε κτ, ζητάω δανεικά, ζητώ κι άλλο, υποχρεώνω κπ να κάνει κτ παράνομο, δανείζομαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pedir

παραγγέλνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Deberíamos pedir otra botella de vino.
Καλύτερα να παραγγείλουμε άλλο ένα μπουκάλι κρασί.

παραγγέλνω

verbo transitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Han pedido ya?
Έχετε παραγγείλει ήδη;

ζητάω, ζητώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El policía pidió mi licencia y registro.
Οι αστυνομικοί μου ζήτησαν την άδεια οδήγησης και την άδεια κυκλοφορίας.

ζητάω, ζητώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Para pedir un nuevo servicio web, haga click aquí.

ζητιανεύω, επαιτώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ζητάω

(βοήθεια: από κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le pidió ayuda.
Ζήτησε τη βοήθειά του.

ζητιανεύω

verbo transitivo (perro)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Mi perro hace trucos cuando le digo "ruédate" o "pide"
Ο σκύλος μου κάνει κόλπα όταν του λέω «Κάνε μια στροφή!» ή «Παρακάλα!»

ζητάω, ζητώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le pedimos consejo a los sabios maestros.

υποβάλλω αίτηση

(formal) (για κτ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Thomas solicitó una tarjeta de crédito.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Με την υποβολή του παρόντος εγγράφου, αιτούμαι τη συμμετοχή μου στο πρόγραμμα.

παρακαλώ, εκλιπαρώ, κάνω έκκληση

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La rehén suplicó misericordia.

ζητάω, ζητώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella solicitó más tiempo para acabar el informe.
ΝEW: Δεν σκοπεύω να αιτηθώ νέας αναβολής.

ζητώ

(formal) (καθομιλουμένη: κτ από κπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El artista solicitó opiniones sobre su nueva escultura.

πλασάρω

(con impertinencia, descaradamente)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El representante estaba llamando a todas las puertas de la calle, ofreciendo descaradamente su mercancía.
Ο αντιπρόσωπος πωλήσεων πήγαινε από πόρτα σε πόρτα πλασάροντας τα προϊόντα του

ικετεύω για κτ

Scott rogó piedad para sus hijos.
Ο Σκοτ ικέτευσε για έλεος για τα παιδιά του.

χρεώνω κπ κτ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El taxista me cobró ‎‎£15.
Ο ταξιτζής μου πήρε (or: μου ζήτησε) 15 λίρες.

ζητιανεύω

(κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nos hemos acostumbrado a ver gente sin hogar mendigando dinero a los transeúntes.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ήταν μια φτωχή πόλη και άνθρωποι που ζητιάνευαν χρήματα σχεδόν σε κάθε γωνία.

ικετεύω, εκλιπαρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Te imploro que me concedas un favor.
Σε θερμοπαρακαλώ να μου κάνεις μια χάρη.

υποβάλλω αίτηση, υποβάλλω αίτημα

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

παραγγέλνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Por favor llama al restaurante chino y encarga sopa picante y amarga.
Παρακαλώ, κάλεσε το κινέζικο εστιατόριο και παράγγειλε μια καυτερή και ξινή σούπα.

ζητώ κτ γονυπετής

(figurado, pedir) (μεταφορικά)

παραγγέλνω

verbo transitivo (comida)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

που έχω ζητήσει, που έχω παραγγείλει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La tienda llamó para decir que ya había llegado el CD que Angela había ordenado.
Το κατάστημα τηλεφώνησε για να πει στην Άντζελα πως το CD που είχε παραγγείλει είχε φτάσει.

χρειάζομαι απελπισμένα

(coloquial) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

επαιτεία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Es muy triste. Cuando la economía se fue en picada, más gente tuvo que mendigar simplemente para sobrevivir.
Είναι πολύ λυπηρό πως, όταν η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση, περισσότεροι άνθρωποι αναγκάστηκαν να στραφούν στην επαιτεία για να τα βγάλουν πέρα.

δανείζομαι

(en préstamo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Puedo usar tu bolígrafo?
Μπορώ να δανειστώ το στυλό σου;

κλείνω ραντεβού

(σε κάποιον, για κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Te he reservado la hora del medio día para cortar y secar.

ζητιανεύω

(καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cuando perdió su empleo, fue a sentarse en la esquina de la calle a mendigar.
Αφού έχασε τη δουλειά του, άρχισε να κάθεται σε μια γωνιά του δρόμου και να επαιτεί.

καλώ

(MX) (σε βοήθεια)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Uno de los alpinistas se había caído y roto la pierna así que su guía radió ayuda.

Είστε έτοιμος να παραγγείλετε;

(restaurante)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έθιμο του Χαλοουίν

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Pedir dulces es lo único que me gusta de la noche de brujas.

ζητάω πολλά;

expresión (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Querer que vengan a la conferencia es demasiado pedir.

συγγνώμη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κάνω ωτοστόπ

(ES)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tal vez pueda hacer autoestop hasta el aeropuerto.

παίρνω δάνειο

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Pediré un préstamo para pagarme los estudios.

ζητώ συγχώρεση

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sam debería admitir que se comportó mal y pedir perdón.

ικετεύω έλεος

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ερωτοτροπώ, φλερτάρω, κορτάρω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ζητώ μια χάρη

locución verbal

¿Te puedo pedir un favor? ¿Me podrías regar las plantas mientras estoy de viaje?
Μπορώ να ζητήσω μια χάρη; Θα μπορούσες να ποτίζεις τον κήπο μου όσο θα λείπω;

παίρνω φαγητό σε πακέτο

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ζητάω τον λογαριασμό

locución verbal (restaurante, bar)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si nadie quiere tomar postre, llamemos al camarero y pidamos la cuenta.

στρέφομαι σε κπ για βοήθεια

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Él nunca le pide ayuda a nadie por orgullo.

αμφισβητώ

(naipes)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κλείνω ραντεβού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si quieres un examen ocular, debes pedir una cita.

ζητώ συγγνώμη από κπ για κτ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καλώ κπ/κτ να κάνει ησυχία

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ζητώ συγνώμη

(coloquial)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si hieres los sentimientos de otra persona, deberías pedir disculpas.
Αν πληγώσεις τα αισθήματα κάποιου, πρέπει να ζητήσεις συγνώμη.

κάνω ωτοστόπ

(AmS)

Hoy en día la gente joven no hace dedo como antes.

ζητιανεύω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Se hundió tanto que tuvo que empezar a pedir limosna en la calle.

ρωτώ ξανά, ξαναρωτώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Vuélveselo a pedir, quizá esta vez acepte.

ικετεύω, παρακαλώ

locución verbal (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Susana le pidió a su mamá de rodillas que la dejara ir a la fiesta, pero aun así no la dejó ir.

παραγγέλνω απ'έξω

locución verbal (Argentina, coloq) (φαγητό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Estoy demasiado cansada para cocinar, pidamos por teléfono.

φωνάζω τεχνικό/ειδικό για επισκευή

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
La anciana madre de Paul no se sentía bien así que Paul llamó al doctor.

δέχομαι συμβουλές

κάνω πρόταση γάμου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φωνάζω

locución verbal (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παραγγέλνω

locución verbal (φαγητό, ντελίβερι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Esta noche no tengo ganas de cocinar así es que vamos a pedir comida china.

προσκαλώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Sabes? Juan me ha pedido para salir, pero no sé si decirle que sí.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Της ζήτησε να βγουν.

ζητώ μια χάρη

locución verbal (από κάποιον)

κλείνω ραντεβού

(paciente)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ζητώ γονυπετής κτ από κπ

locución verbal (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξεκινώ

(για συζήτηση, συνέδριο, κλπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω ωτοστόπ

(AmS)

Una vez hice dedo por el país durante cinco días.

φωνάζω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El niño llamó a los gritos a su madre cuando ella se fue de la habitación. Ella pidió ayuda a gritos.
Το αγοράκι φώναζε τη μητέρα του, όταν εκείνη βγήκε από το δωμάτιο. Φώναξε για βοήθεια.

ξαναζητώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίρνω νομική βοήθεια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
No firmes nada sin antes pedir asesoría legal.

ζητώ κτ από κτ

συμβουλεύομαι

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κλείνω ραντεβού για κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
"Te pedí una cita para ver al Dr. Smith este lunes a las 4pm" dijo la recepcionista.

ζητώ μια χάρη

locución verbal (από κάποιον)

Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;

ζητώ βοήθεια

locución verbal

ζητώ συγνώμη για κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mark pidió perdón por el retraso en responder a mi correo electrónico.
Ο Μαρκ απολογήθηκε που καθυστέρησε να απαντήσει στο email μου.

δανείζομαι

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pediré un préstamo para pagar las vacaciones.
Θα δανειστώ χρήματα για να πληρώσω για τις διακοπές.

αρνούμαι

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

καταλαμβάνω κτ ζητώντας λύτρα

locución verbal (πλοίο, αεροπλάνο κλπ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los piratas pidieron un rescate de millones de dólares por el barco.
Οι πειρατές κατέλαβαν το πλοίο ζητώντας λύτρα εκατομμυρίων δολαρίων.

ζητώ συγγνώμη από κπ που έκανα κτ, ζητώ συγγνώμη από κπ για κτ που έκανα

(a alguien)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Jane me pidió disculpas por haberme dicho mentirosa.
Η Τζέιν μου ζήτησε συγνώμη που με αποκάλεσε ψεύτη.

κάνω πρόταση γάμου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Robert le compró un anillo a Sophie. Creo que le va a proponer matrimonio.
Ο Ρόμπερτ αγόρασε ένα δαχτυλίδι για τη Σόφι. Νομίζω ότι θα της σκοπεύει να της κάνει πρόταση γάμου.

ζητάω ταυτότητα

(από κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El dueño de la licorería siempre me pide la documentación aunque ya sabe que tengo 22.

ζητιανεύω κτ από κπ

locución verbal

El niño pobre pedía comida y dinero a extraños en la calle.
Το φτωχό αγόρι ζητιάνευε φαγητό και λεφτά από ξένους στον δρόμο.

κάνω πρόταση γάμου σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Me propuso matrimonio a medianoche en la playa.
Μου έκανε πρόταση γάμου τα μεσάνυχτα στην παραλία.

γράφω για να ζητήσω κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Creo que mandaré a pedir el nuevo libro que vi en Amazon.
Νομίζω ότι θα ζητήσω γραπτώς εκείνο το καινούριο βιβλίο που είδα στο Άμαζον.

κάνω οτοστόπ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

locución verbal

Es mi turno y voy a pedir carta.

κάνω μια ευχή σε κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Audrey miró al cielo nocturno y le pidió un deseo a una estrella: que todos sus sueños se hicieran realidad.

ζητάω δανεικά

locución verbal

Ayer me pidió prestadas veinte libras esterlinas.

ζητώ κι άλλο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El público pidió un bis al artista.

υποχρεώνω κπ να κάνει κτ παράνομο

locución verbal (νομική: ηθική αυτουργία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El duque había pedido a uno de sus sirvientes que cometiese el crimen.
Ο δούκας πλεύρισε έναν από τους υπηρέτες του, με σκοπό να τον πείσει να διαπράξει την κλοπή.

δανείζομαι

locución verbal (κάτι από κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El adolescente le pidió 20 libras a su madre.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pedir στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του pedir

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.