Τι σημαίνει το hora στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης hora στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του hora στο ισπανικά.

Η λέξη hora στο ισπανικά σημαίνει ώρα, ώρα, ώρα, ώρα, ώρα, ώρα, χόρα, χρονική στιγμή, ραντεβού, μάθημα, νωρίς το πρωί, ώρα Γκρίνουιτς, μίλια την ώρα, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, Ανατολική Επίσημη Ώρα, Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού, κιλοβατώρα, που κάνει μερεμέτια, ατελείωτος, καιρός είναι, χτυπάω, χτυπώ, αμπερώρα, τι ώρα;, ωριαίος, πρωί-πρωί, κάθε ώρα, παρών, τρέχων, τωρινός, επίκαιρος, τελευταίος, μέρα νύχτα, λιγότερο από μια ώρα, κάτω από μια ώρα, οποιαδήποτε ώρα, οποτεδήποτε, από την μία ώρα στην επόμενη, εν τέλει, στο τέλος, σε τελευταία ανάλυση, στο κάτω κάτω της γραφής, μετά το κλείσιμο, σε συγκεκριμένη ώρα, είναι ώρα, είναι καιρός, και πολύ άργησε, Τι ώρα είναι;, όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι, καιρός είναι, ώρα για ύπνο, ώρα φαγητού, ώρα για απογευματινό τσάι, ώρα φαγητού, ώρα έναρξης, βραδινό, δείπνο, η ώρα που κλείνει, happy hour, τοπική ώρα, ζώνη ώρας Mountain Time, η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα, πρωινό, απεριτίφ, μισάωρο, διάλειμμα για μεσημεριανό, διάλειμμα για μεσημεριανό, μίλι ανά ώρα, σύντομο δελτίο ειδήσεων, τέταρτο, αλλαγή ώρας, διάλειμμα, Ανατολική Ζώνη Ώρας, μισή ώρα, ώρα για μεσημεριανό, ώρα του μεσημεριανού, ώρα αιχμής, ώρα για μπάνιο, ώρα συλλογής επιστολών, ώρα αναχώρησης, ραντεβού με το γιατρό, ραντεβού στο γιατρό, νωρίς το απόγευμα, Ανατολική Ζώνη ώρας, ωρομίσθιο, μέτρηση χρόνου με βάση το εικοσιτετράωρο, Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού, ώρα αιχμής, χιλιόμετρα ανά ώρα, κεντρική χειμερινή ώρα, επίσημη ώρα, πρότυπη ώρα, ώρα άφιξης, θερινή ώρα, χρονοσήμανση, ανθρωποώρα, εργατοώρα, κιλοβατώρα, η ώρα που ανοίγει, θερινή ώρα ειρηνικού, ώρα αιχμής, δολάρια την ώρα, μισή ώρα, δεν μπορώ να περιμένω, δεν κρατιέμαι, διαβάζω την ώρα, ανακοινώνω το κλείσιμο, πλησιάζω, φτάνω, έρχομαι, μετρώ αντίστροφα, ωριαία, ωριαίως. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης hora

ώρα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Hay que conducir dos horas y media para llegar allí.
Παίρνει δυόμισι ώρες με αυτοκίνητο να πάει κανείς εκεί.

ώρα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
¿Qué hora es? Son las 3:20.
Τι ώρα είναι; Είναι 3:20.

ώρα

nombre femenino (momento específico)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La hora de la ejecución se fijó a las 6:38 AM.
Ως ώρα θανάτου αναφέρθηκε η 6:30 πρωινή.

ώρα

(cuando)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
¿A qué hora lo esperas?
Τι ώρα τον περιμένεις να έρθει;

ώρα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Normalmente ella se pasa la hora de comida en el gimnasio.
Συνήθως την ώρα του μεσημεριανού της είναι στο γυμναστήριο.

ώρα

nombre femenino (distancia)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El hotel está a unas dos horas de aquí en coche.

χόρα

nombre femenino (danza tradicional israelí) (παραδοσιακός χορός)

χρονική στιγμή

nombre femenino (cita, evento)

La hora de la exhibición coincidió con mis vacaciones, así que no pude ir.
Η χρονική στιγμή της έκθεσης συνέπεσε με τις διακοπές μου και έτσι δεν μπόρεσα να πάω.

ραντεβού

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Tengo una cita en el consultorio del doctor a las 10.
Έχω ραντεβού με τον γιατρό στις 10:00 π.μ.

μάθημα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mi primera clase del día es inglés.
Το πρώτο μάθημα της μέρας είναι Αγγλικά.

νωρίς το πρωί

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Mi abuela solía levantarse temprano.

ώρα Γκρίνουιτς

(sigla)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
GMT es una zona horaria que incluye las islas británicas.

μίλια την ώρα

(abreviatura) (συντομ.)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La velocidad máxima es de 65 mph.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

Ανατολική Επίσημη Ώρα

(acrónimo)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
El mediodía hora EST son las 5 de la tarde hora GMT.
12:00 μ.μ. EST (or: Ανατολική Επίσημη Ώρα) σημαίνει 5 μ.μ GMT.

Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού

(sigla)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κιλοβατώρα

(abreviatura)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

που κάνει μερεμέτια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ατελείωτος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mis hijas adolescentes me causan problemas constantes.

καιρός είναι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"Voy a postularme para el trabajo." "¡Finalmente!"
«Θα κάνω μια αίτηση εργασίας». «Καιρός ήταν!»

χτυπάω, χτυπώ

(campana) (για καμπάνα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Puedes oír repicar las campanas de la iglesia desde cualquier parte de la ciudad.
Μπορείς να ακούσεις τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν οπουδήποτε στην πόλη.

αμπερώρα

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τι ώρα;

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿A qué hora quieren salir de viaje?
Τι ώρα θα πας για ύπνο; Τι ώρα θες να φύγεις;

ωριαίος

locución adverbial

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La emisora es principalmente de música, con informes de noticias una vez por hora.

πρωί-πρωί

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
La salida para el recorrido de campo será mañana a primera hora.

κάθε ώρα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

παρών, τρέχων, τωρινός, επίκαιρος

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Este canal de televisión dice dar siempre noticias de última hora.

τελευταίος

locución adjetiva (πιο πρόσφατος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Han interrumpido la emisión del partido para dar una noticia de última hora.

μέρα νύχτα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Trabajamos noche y día (or: día y noche) para cumplir con la fecha de entrega.

λιγότερο από μια ώρα, κάτω από μια ώρα

locución adverbial

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El vuelo de Sevilla a Madrid toma menos de una hora.

οποιαδήποτε ώρα, οποτεδήποτε

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Puedes llamarme a cualquier hora, estoy casi todo el día en casa.

από την μία ώρα στην επόμενη

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Es una excelente página web de noticias con actualizaciones hora a hora.

εν τέλει, στο τέλος, σε τελευταία ανάλυση, στο κάτω κάτω της γραφής

expresión (figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A la hora de la verdad, ¿tendrás el coraje suficiente para seguir?

μετά το κλείσιμο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los bares no puedes vender alcohol después del cierre.

σε συγκεκριμένη ώρα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Puedes programar la calefacción para que se encienda a cierta hora todos los días.
Μπορείς να ρυθμίσεις τη θέρμανση, ώστε να ανάβει μόνη της σε συγκεκριμένη ώρα κάθε απόγευμα.

είναι ώρα, είναι καιρός

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
Ya va siendo hora de que vaya al médico, lo he postergado cuatro veces.

και πολύ άργησε

expresión (informal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Parece que ha llegado la primavera, ¡ya era hora!

Τι ώρα είναι;

locución interjectiva (poco frecuente)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι

(μεταφορικά)

καιρός είναι

(impaciencia)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ya era hora de que me devolvieras el libro.
Καιρός είναι να επιστρέψεις το βιβλίο μου!

ώρα για ύπνο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ώρα φαγητού

(en la noche)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La hora de cenar en el rancho es a las 6 de la tarde.
Η ώρα του φαγητού στο ράντζο είναι στις έξι ακριβώς κάθε βράδυ.

ώρα για απογευματινό τσάι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ώρα φαγητού

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ώρα έναρξης

(espectáculo)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

βραδινό, δείπνο

(μτφ: ως ώρα της ημέρας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

η ώρα που κλείνει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La hora de cierre de la mayoría de los negocios del centro es entre las 5 y las 8pm.

happy hour

(coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Todos los tragos están $5 durante la hora feliz.

τοπική ώρα

El avión aterrizará a las 4 de la madrugada, hora local.

ζώνη ώρας Mountain Time

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Charles llegó a Denver algo después de las 11 en tiempo de montaña.

η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα

expresión (ES) (μεταφορικά: μεσάνυχτα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Es la hora bruja así que realmente deberíamos irnos.

πρωινό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A la hora del desayuno solemos comer facturas.

απεριτίφ

locución nominal femenina (PR)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μισάωρο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Corrí por media hora. // Sólo me toma media hora prepararme en la mañana.

διάλειμμα για μεσημεριανό

locución nominal femenina

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Durante mi hora de almuerzo suelo ir al salón de té de al lado por un sándwich.
Στο διάλειμμα για μεσημεριανό συχνά πηγαίνω στη διπλανή καφετέρια για ένα σάντουιτς. Έχω μισή ώρα διάλειμμα για μεσημεριανό άνευ αποδοχών.

διάλειμμα για μεσημεριανό

nombre femenino

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿Quieres que nos encontremos a la hora de comer?

μίλι ανά ώρα

(συνήθως πληθυντικός: μίλια)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El límite de velocidad en las autopistas británicas es de 70 millas por hora.
Το όριο ταχύτητας στους Βρετανικούς αυτοκινητόδρομους είναι εβδομήντα μίλια ανά ώρα. Η αστυνομία με σταμάτησε γιατί πήγαινα με είκοσι μίλια ανά ώρα παραπάνω από το όριο ταχύτητας.

σύντομο δελτίο ειδήσεων

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Interrumpieron la programación habitual para dar una noticia de última hora sobre una explosión en la capital.

τέταρτο

(της ώρας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Dijo que te pasará a buscar en un cuarto de hora más.

αλλαγή ώρας

locución nominal masculina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Cada otoño se realiza un cambio de hora.

διάλειμμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los trabajadores a media jornada disponen de la mitad de tiempo (or: de hora) de descanso que los que trabajan jornada completa.

Ανατολική Ζώνη Ώρας

(Αμερική, Καναδάς κλπ)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μισή ώρα

Solo tardo media hora en prepararme por las mañanas.

ώρα για μεσημεριανό, ώρα του μεσημεριανού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
¿Por qué tienen todos esa cara? ¡Pronto será la hora del almuerzo!
Γιατί είστε όλοι τόσο σκυθρωποί; Σε λίγο είναι η ώρα για το μεσημεριανό!

ώρα αιχμής

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Las calles son un auténtico caos durante las horas punta.
Οι δρόμοι της πόλης είναι χάος την ώρα αιχμής.

ώρα για μπάνιο

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ώρα συλλογής επιστολών

(από γραμματοκιβώτιο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Apúrate que la hora de recolección del correo es en 5 minutos.

ώρα αναχώρησης

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
La hora de salida para Manchester es a las 8 de la mañana.

ραντεβού με το γιατρό, ραντεβού στο γιατρό

nombre femenino (fam)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tengo hora con el médico mañana y con el dentista al día siguiente.

νωρίς το απόγευμα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Hemos quedado para tomar un café a primera hora de la tarde.

Ανατολική Ζώνη ώρας

locución nominal masculina

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ωρομίσθιο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μέτρηση χρόνου με βάση το εικοσιτετράωρο

locución nominal femenina

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού

locución nominal femenina (huso horario)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ώρα αιχμής

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Agarramos la hora punta y tardamos tres horas en cruzar a Chicago por el tráfico.

χιλιόμετρα ανά ώρα

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κεντρική χειμερινή ώρα

locución nominal femenina (ζώνη ώρας)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

επίσημη ώρα, πρότυπη ώρα

locución nominal femenina

ώρα άφιξης

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

θερινή ώρα

χρονοσήμανση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ανθρωποώρα, εργατοώρα

locución nominal femenina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κιλοβατώρα

locución nominal masculina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

η ώρα που ανοίγει

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

θερινή ώρα ειρηνικού

locución nominal femenina

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ώρα αιχμής

locución nominal femenina (ES)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las hora punta del tránsito es entre las 4 y las 7 de la tarde.

δολάρια την ώρα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cobro diez dólares la hora por trabajar de niñera.

μισή ώρα

locución nominal femenina (coloquial)

En media hora estoy allí.

δεν μπορώ να περιμένω, δεν κρατιέμαι

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡No veo la hora de que sea mi cumpleaños! Este ha sido un día tan podrido, no veo la hora de que se termine.
Ανυπομονώ να έρθουν τα γενέθλιά μου! Η σημερινή μέρα είναι απαίσια, ανυπομονώ να τελειώσει.

διαβάζω την ώρα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tiene solo cuatro años pero ya sabe la hora.

ανακοινώνω το κλείσιμο

locución verbal (μπαρ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El museo es tan grande que anuncian la hora de cierre con una hora de anticipación.

πλησιάζω, φτάνω, έρχομαι

locución verbal (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se hace hora de la Navidad de nuevo.

μετρώ αντίστροφα

locución verbal (AmL) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tan pronto como termina un cumpleaños, Tommy no ve la hora de que llegue el siguiente.
Μόλις περάσουν τα γενέθλιά του, ο Τόμι αρχίζει να μετράει αντίστροφα για τα επόμενα.

ωριαία, ωριαίως

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ve a verlo cada hora para comprobar que esté cómodo.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του hora στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του hora

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.