Τι σημαίνει το replace στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης replace στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του replace στο Αγγλικά.

Η λέξη replace στο Αγγλικά σημαίνει ξαναβάζω, αντικαθιστώ, αντικαθιστώ, τηρώ, είμαι εδώ, είμαι παρών, 11η Σεπτεμβρίου, a, Α, Α, Α, Α, κάποιος βαθμός, ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα, μια κλάση πάνω, για δύο, με το τσουβάλι, σταγόνα στον ωκεανό, που είναι πολύ διαφορετικός από κτ, μεγάλος, που συνηθίζει να κάνει κάτι, ένα τσικ, σε απόσταση αναπνοής από κτ, πολύς, μια θηλιά γύρω από τον λαιμό μου, αρκετοί, παρά τέταρτο, στα δυο βήματα, δυο λεπτά, δυο βήματα, ένας τόνος, ένας σωρός, ένα κάρο, γλωσσάρι, Ερασιτεχνικός Αθλητικός Όμιλος, Αυστραλιανή Αυτοκινητιστική Ένωση, κοιλιακοί, εγκαταλείπω, αφήνω, εγκαταλείπω, αφήνω, αφήνω, εγκαταλείπω, αφήνω, παραδίδω, παραδίδομαι σε κτ, υποβαθμίζω, φέρνω κπ σε δύσκολη θέση, προκαλώ αμηχανία σε κπ, μετριάζω, μειώνω, ελαττώνω, αβάς, συντέμνω, βραχύνω, αποποιούμαι, κοιλιακοί μύες, απάγω, υποθάλπω, υποθάλπω, σε εκκρεμότητα, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, απεχθάνομαι, δεν ανέχομαι, δεν υπομένω, αρνούμαι, απαρνούμαι, εκτέμνω, μπορώ, μπορώ, οι αρτιμελείς, απαρνούμαι, μπαίνω σε κτ, μπαίνω, καταργώ, απεχθάνομαι, αποστρέφομαι, Αβορίγινας, των Αβορίγινων, Αβορίγινας, διακόπτω, σταματάω, σταματώ, ματαιώνω, ακυρώνω, είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ, είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ, αφορώ, έτοιμος, σε περίμετρο, που πρόκειται να γίνει, που πρόκειται να συμβεί, Μεταβολή!, είμαι υπεράνω, δεν καταλαβαίνω κτ, τα παραπάνω, καταχωρίσεις που δείχνουν πώς διανέμονται τα κέρδη ή οι απώλειες εταιρείας σε υπολογισμούς, μαζικός, νομότυπος, νόμιμος, νόμιμα, νομότυπα, προαναφερθείς, τρίβω, ξύνω, Αβρααμικές θρησκείες, ενήμερος, πληροφορημένος, δίπλα σε κπ/κτ, περικόπτω, περιορισμός, περικοπή, καταργώ, κάνω ραπέλ σε κτ, απουσιάζω από κτ, είμαι απών από κτ, αποσύρομαι, αποσύρομαι από κτ, αφηρημένος, συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών, απαλλάσσω κπ από κτ, απαλλάσσω, απαλλάσσω κπ από κτ, απορροφάω, απορροφώ, απορροφάω, απορροφώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης replace

ξαναβάζω

transitive verb (put back)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Please replace the lid after use.
Παρακαλείσθε να επανατοποθετήσετε το καπάκι μετά τη χρήση.

αντικαθιστώ

transitive verb (substitute) (κάτι με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I finally replaced my old typewriter with a computer.
Επιτέλους αντικατέστησα την παλιά μου γραφομηχανή με έναν υπολογιστή.

αντικαθιστώ

transitive verb ([sb]: in job, position) (κπ στη θέση κάποιου)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Joyce has replaced Carl as finance director.
Η Τζόις αντικατέστησε τον Καρλ στη θέση του διευθυντή οικονομικών.

τηρώ

phrasal verb, transitive, inseparable (obey)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cathy decided to abide by the rules.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ως ευσυνείδητοι πολίτες πρέπει να συμμορφωνόμαστε προς τους νόμους.

είμαι εδώ, είμαι παρών

phrasal verb, intransitive (informal (be present, in the vicinity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Not many people are about today.

11η Σεπτεμβρίου

noun (US, abbreviation (September 11, 2001) (τρομοκρατικές επιθέσεις)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

a

noun (first letter of alphabet) (λατινικό αλφάβητο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
There are two a's in the name "Anna".
Το όνομα «Άννα» έχει δύο άλφα.

Α

noun (grade) (δημοτικό)

I got an "A" in my history test.
Πήρα 20 στο τεστ ιστορίας.

Α

noun (music: note) (νότα)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The song begins on an A.

Α

noun (blood type) (ομάδα αίματος)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
My blood type is A.

Α

noun (indicating house number) (διεύθυνση κτηρίου)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Who lived at 221A Baker Street?
Ποιος έμενε στην Οδό Μπέικερ 221Α;

κάποιος βαθμός

noun (modicum, small quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You need to use a certain amount of caution when using that product.
Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος.

ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα

noun (specified quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μια κλάση πάνω

preposition (superior to)

He is a cut above the rest.
Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.

για δύο

adverb (Gallicism (involving two people) (π.χ. δείπνο για δύο)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

με το τσουβάλι

adjective (figurative, informal (common) (μεταφορικά)

In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
Στο Χόλιγουντ, βρίσκεις νέους φιλόδοξους ηθοποιούς με το τσουβάλι.

σταγόνα στον ωκεανό

noun (UK, figurative, informal (amount: trivial) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.

που είναι πολύ διαφορετικός από κτ

expression (informal (very different from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.

μεγάλος

expression (large amount of [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.

που συνηθίζει να κάνει κάτι

noun (informal (person: does [sth] frequently)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He's a great one for telling stories.

ένα τσικ

expression (figurative (very close) (καθομιλουμένη)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The house that I bought was a hair's breadth away from the sea.

σε απόσταση αναπνοής από κτ

expression (US, figurative (very close)

I'm sure you're only a heartbeat away from success now.

πολύς

noun (informal (great quantity)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I'll cook up a load of chicken legs and we can take them on our picnic.

μια θηλιά γύρω από τον λαιμό μου

expression (figurative (burden: mental or emotional) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αρκετοί

plural noun (some, several) (μόνο πληθυντικός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He has broken the rules a number of times.
Παραβίασε τους κανόνες αρκετές φορές.

παρά τέταρτο

expression (fifteen minutes before)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll meet you at a quarter till one... in the afternoon, of course.

στα δυο βήματα

expression (figurative, informal (nearby)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We can easily walk to Martha's house; she lives a stone's throw away.

δυο λεπτά, δυο βήματα

expression (figurative, informal (near) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The shop is just a stone's throw from my house.
Το κατάστημα είναι δυο λεπτά από το σπίτι μου. Το κατάστημα είναι δυο βήματα από το σπίτι μου.

ένας τόνος, ένας σωρός, ένα κάρο

noun (figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
I have a ton of work to do this week.

γλωσσάρι

noun (glossary, informative list)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The A-Z of Medical Terms covers the most common words used in the medical world.

Ερασιτεχνικός Αθλητικός Όμιλος

noun (UK, initialism (Amateur Athletic Association)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Αυστραλιανή Αυτοκινητιστική Ένωση

noun (AU, initialism (Australian Automobile Association)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
My car died; do you have the number for the AAA?

κοιλιακοί

plural noun (informal, abbreviation (abdominal muscles) (μύες)

Crunches are good for toning your abs.

εγκαταλείπω, αφήνω

transitive verb (person, pet: leave forever)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jack abandoned his girlfriend and never spoke to her again.
Ο Τζακ εγκατέλειψε την κοπέλα του και δεν της ξαναμίλησε ποτέ.

εγκαταλείπω, αφήνω

transitive verb (place: leave, neglect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The family abandoned their house and fled the country.
Η οικογένεια εγκατέλειψε το σπίτι της κι έφυγε από τη χώρα.

αφήνω

transitive verb (object: leave)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Susan abandoned her book on the train.
Η Σούζαν άφησε το βιβλίο της στο τρένο.

εγκαταλείπω, αφήνω

transitive verb (stop doing, working on [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I won't abandon this project; I plan to see it through to the end.
Δε θα εγκαταλείψω αυτό το πρότζεκτ. Σχεδιάζω να το συνεχίσω μέχρι να τελειώσει.

παραδίδω

(give up control of) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The army abandoned the territory to the indigenous peoples.

παραδίδομαι σε κτ

verbal expression (surrender to [sth]: desires, etc.) (μεταφορικά: π.χ. σε απολαύσεις)

υποβαθμίζω

transitive verb (degrade)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His years of living in Paris seem to have completely abased him.

φέρνω κπ σε δύσκολη θέση, προκαλώ αμηχανία σε κπ

transitive verb (literary (make ashamed, disconcert)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The stranger's brazen stare abashed her.

μετριάζω, μειώνω, ελαττώνω

transitive verb (formal (lessen)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I could give no excuse that would abate the headmaster's anger.

αβάς

noun (French (French clergyman)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

συντέμνω, βραχύνω

transitive verb (make shorter)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It is hard to abbreviate the name "Ian."

αποποιούμαι

transitive verb (give up, renounce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dorothy abdicated all responsibility for her son the moment he started stealing to fund his drug habit.

κοιλιακοί μύες

plural noun (stomach muscles)

This exercise will work your abdominals.

απάγω

transitive verb (kidnap)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Armed men abducted the heiress on Thursday evening.
Ένοπλοι άνδρες απήγαγαν την κληρονόμο την Πέμπτη το βράδυ.

υποθάλπω

transitive verb (assist or enable: a crime)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mark was charged with abetting the murder.

υποθάλπω

transitive verb (assist or enable: a criminal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Margret did not commit the crime, but she abetted the person who did.

σε εκκρεμότητα

adverb (in a suspended state)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The government will keep the new law in abeyance for two years.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

adverb (law: without an owner)

The estate is in abeyance until the court case is settled.

απεχθάνομαι

transitive verb (formal (detest)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I abhor the perpetrators of this evil act.

δεν ανέχομαι, δεν υπομένω

transitive verb (not tolerate)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I can't abide his smoking in the house. "I won't abide insolence or bad behaviour," said the schoolteacher.
"Η αυθάδεια ή η κακή συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή", είπε η δασκάλα.

αρνούμαι, απαρνούμαι

transitive verb (renounce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Galileo was forced to abjure his belief that the earth moves round the sun.

εκτέμνω

transitive verb (formal (medicine: remove) (επίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The surgeon ablated the patient's tumor.

μπορώ

expression (capable of doing) (να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The only people able to afford to buy a house in this area are millionaires.
Οι μόνοι που μπορούν να αγοράσουν σπίτι σε αυτή την περιοχή είναι οι εκατομμυριούχοι.

μπορώ

verbal expression (can, have the ability to do)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Claire wasn't able to reach the jar on the top shelf.

οι αρτιμελείς

plural noun (not physically disabled)

People with disabilities enjoy sports as much as the able-bodied do.

απαρνούμαι

transitive verb (give up, renounce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μπαίνω σε κτ

(enter: a ship, vehicle)

The passengers were waiting to go aboard the ship.

μπαίνω

(enter a ship or vehicle)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The last few passengers went aboard and the bus departed.

καταργώ

transitive verb (eradicate, end)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The company has pledged to abolish these unfair practices.
Η εταιρεία έχει υποσχεθεί να εξαλείψει (or: απαλείψει) αυτές τις άδικες πρακτικές.

απεχθάνομαι, αποστρέφομαι

transitive verb (formal (loathe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mrs. Howell abominates people with low morals.

Αβορίγινας

noun (Australian Aborigine) (ιθαγενής της Αυστραλίας)

The Australian Aboriginals made art to tell stories.

των Αβορίγινων

adjective (relating to indigenous peoples)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Contemporary Aboriginal art builds on an artistic tradition that is hundreds of years old.

Αβορίγινας

noun (indigenous Australian)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Aborigines are the indigenous people of Australia.

διακόπτω

transitive verb (pregnancy: terminate) (την κύηση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She aborted an unwanted pregnancy at age 17.

σταματάω, σταματώ

transitive verb (rocket launch: stop) (σε εξέλιξη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Technicians aborted the launch when two tests failed.
Οι τεχνικοί σταμάτησαν την εκτόξευση όταν οι δυο δοκιμές απέτυχαν.

ματαιώνω, ακυρώνω

transitive verb (process, project: end)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The sooner we abort this foolish project the better.
Όσο γρηγορότερα ματαιώσουμε (or: ακυρώσουμε) αυτό το χαζό σχέδιο, τόσο το καλύτερο.

είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ

(be filled with [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The hotel cellars were abounding with vermin.

είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ

(have a plentiful amount of [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The fields in this area abound in wildflowers.

αφορώ

verbal expression (be on the subject of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My presentation is about the effects of alcohol. This book is about a king who loses his crown.

έτοιμος

verbal expression (on the point of doing)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I was just about to step into the bath when the doorbell rang.
Ετοιμαζόμουν να μπω στην μπανιέρα όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.

σε περίμετρο

adverb (mainly UK (in circumference)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The lake is approximately three miles about.
Η λίμνη έχει περίμετρο περίπου τρία μίλια.

που πρόκειται να γίνει, που πρόκειται να συμβεί

verbal expression (on the point of being)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She is about to become the youngest scientist to win the Nobel Prize.
Πρόκειται να γίνει η νεώτερη επιστήμονας που θα κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ.

Μεταβολή!

interjection (military: turn)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Company halt! About-face! Forward march!
Λόχος αλτ! Μεταβολή! Εμπρός μαρς!

είμαι υπεράνω

verbal expression (figurative (morally superior to)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
He's above lying about such things.

δεν καταλαβαίνω κτ

verbal expression (figurative (too complex for)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All this talk of economics is above me.

τα παραπάνω

noun (preceding text)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Heavy snowfall overnight has left the road impassable. In light of the above, we have decided to close the office.

καταχωρίσεις που δείχνουν πώς διανέμονται τα κέρδη ή οι απώλειες εταιρείας σε υπολογισμούς

adjective (figurative (of current expenses)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μαζικός

adjective (figurative (advertising: in mass media)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

νομότυπος, νόμιμος

adjective (figurative (honest)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He likes to keep his business dealings aboveboard.

νόμιμα, νομότυπα

adverb (figurative (honestly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Be assured, I always operate aboveboard.

προαναφερθείς

adjective (formal, written (cited previously)

(μετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.)
The above-mentioned changes will be in effect until the end of the month.

τρίβω, ξύνω

transitive verb (rub, wear)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Claire used sandpaper to abrade the rough edges of the wood.

Αβρααμικές θρησκείες

plural noun (Judaism, Christianity, Islam)

ενήμερος, πληροφορημένος

adverb (up to date with: events, etc.)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Keep me abreast of any changes to the plan.
Κράτα με ενήμερο για κάθε αλλαγή στο σχέδιο.

δίπλα σε κπ/κτ

adverb (level, side by side)

περικόπτω

transitive verb (cut, shorten: a text)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

περιορισμός

noun (lessening, limitation)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The working group is trying to come up with an abridgement of the process.

περικοπή

noun (law: shortening)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καταργώ

transitive verb (abolish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω ραπέλ σε κτ

(descend using a rope)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sharon abseiled down the side of a skyscraper to raise money for charity.

απουσιάζω από κτ, είμαι απών από κτ

(not present at)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Jasmine was absent from the party on Sunday.
Η Τζάσμιν έλειπε από το πάρτι την Κυριακή.

αποσύρομαι

transitive verb and reflexive pronoun (leave)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I started feeling unwell at the party, so I absented myself.

αποσύρομαι από κτ

verbal expression (formal (leave)

If you feel unwell, simply absent yourself from the table.

αφηρημένος

adjective (forgetful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He's so absentminded that he forgot his own birthday!
Είναι τόσο αφηρημένος που ξέχασε τα ίδια του τα γενέθλια.

συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών

transitive verb (religion: free from sin)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I confessed my sins to Father Eric and he absolved me.

απαλλάσσω κπ από κτ

(religion: free from sin)

The priest absolved the man of all his sins.

απαλλάσσω

transitive verb (free from responsibility) (από ευθύνες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Being divorced doesn't absolve you from responsibility towards your children.

απαλλάσσω κπ από κτ

(free from guilt)

The court absolved Richard of any blame for the accident.

απορροφάω, απορροφώ

transitive verb (soak up: liquid)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The towel absorbed the excess water.
Η πετσέτα απορρόφησε το πλεονάζον νερό.

απορροφάω, απορροφώ

transitive verb (sound: take in without echo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The walls of this room absorb sound.
Οι τοίχοι αυτού του δωματίου απορροφούν το θόρυβο.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του replace στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του replace

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.