Τι σημαίνει το relief στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης relief στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του relief στο Αγγλικά.

Η λέξη relief στο Αγγλικά σημαίνει ανακούφιση, αρωγή, βοήθεια, ενίσχυση, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, ανακούφιση, αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια, βοήθεια, ανακούφιση, ανάγλυφο, ανάγλυφο, ανάγλυφο, χιουμοριστική σκηνή σε δράμα, αστείο που χαλαρώνει τεταμένη ατμόσφαιρα, ανακουφίζω, καταπραΰνω, αμβλύνω, κατευνάζω, ασφαλιστικά μέτρα, ανθρωπιστική βοήθεια, ανάγλυφος χάρτης, ανακούφιση από βάρος, ανακουφιστική βαλβίδα, αναστεναγμός ανακούφισης, λάστιχο διέλευσης, ανθρωπιστική βοήθεια. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης relief

ανακούφιση

noun (alleviation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In his depressed state, seeing his friend was a relief.
Ήταν μεγάλη ανακούφιση, μες στην κατάθλιψή του, να δει το φίλο του.

αρωγή, βοήθεια, ενίσχυση

noun (assistance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The organisation provides financial relief for survivors of natural disasters.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι άνεργοι συνήθως παίρνουν βοήθημα απ' το κράτος.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (replacement)

Reliefs came when stock diminished.

ανακούφιση

noun (pleasing change)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My strict aunt's absence was a relief to me.

αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια

noun (replacement person)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
He couldn't leave his desk till his relief showed up.

βοήθεια

noun (uncountable (rescue)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After days in the wilderness, relief arrived in the form of a search team.

ανακούφιση

noun (pressure release)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The victim's family felt some relief when the culprit was caught.

ανάγλυφο

noun (art: projection)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Some beautiful reliefs adorn the portal of the cathedral.

ανάγλυφο

noun (geography: difference in elevation)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Himalayan region is one of extreme relief.

ανάγλυφο

noun (Gallicism (raised sculpture effect)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The pattern is carved in bas-relief on the temple wall.

χιουμοριστική σκηνή σε δράμα

noun (drama: funny moments)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The character of Mercutio provides some comic relief in the play.

αστείο που χαλαρώνει τεταμένη ατμόσφαιρα

noun (break in [sth] stressful)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The teacher falling down provided comic relief for the anxious students during their exam.

ανακουφίζω, καταπραΰνω, αμβλύνω, κατευνάζω

intransitive verb (soothe, alleviate: pain, burden, etc.) (πόνο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Take this medicine, it'll you give you some relief.

ασφαλιστικά μέτρα

noun (court order)

The court granted injunctive relief.

ανθρωπιστική βοήθεια

plural noun (aid after a disaster)

Relief efforts have been launched to assist those who have been affected by the hurricane.

ανάγλυφος χάρτης

noun (map with three-dimensional surface)

The lines on a relief map show how steep the terrain is.

ανακούφιση από βάρος

noun (release from [sth] oppressive)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Professional carers can provide relief of burden for people who are looking after someone who is mentally ill.

ανακουφιστική βαλβίδα

(physics)

αναστεναγμός ανακούφισης

noun (audible breath when difficulty is over)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Prudence heaved a sigh of relief as her beloved horse was freed from the mud.

λάστιχο διέλευσης

noun (engineering: wire, cable)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
These cord grips provide strain relief for cords on plugs.

ανθρωπιστική βοήθεια

noun (humanitarian aid)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The Red Cross raised $3 million for war relief.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του relief στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του relief

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.