Τι σημαίνει το summer στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης summer στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του summer στο Αγγλικά.

Η λέξη summer στο Αγγλικά σημαίνει καλοκαίρι, καλοκαιρινός, καλοκαιρινός, καλοκαιρινός, καλοκαίρι, περνάω το καλοκαίρι, περνάω το καλοκαίρι, Θερινή Ώρα Βρετανίας, BST, μικρό καλοκαιράκι, θερινό ηλιοστάσιο, αστέρι της Βηθλεέμ, καλοκαιρινές διακοπές, κατασκήνωση, καλοκαιρινή ημέρα, καλοκαιρινό φόρεμα, καλοκαιρινό σπίτι, βιβλία για το καλοκαίρι, βιβλία για τις διακοπές, βιβλίο για τις διακοπές, θερινό σχολείο, θερινή ραστώνη, θερινό ηλιοστάσιο, κολοκυθάκι, ωδικό πτηνό της Αμερικής, καλοκαιρινό τρίμηνο, θερινό θέατρο, θερινή ώρα, καλοκαιρινές διακοπές, καλοκαιρινές διακοπές, καλοκαιρινός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης summer

καλοκαίρι

noun (season)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We like to go to the beach in summer.
Το καλοκαίρι μας αρέσει να πηγαίνουμε στην παραλία.

καλοκαιρινός

adjective (characteristic of summer)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
That song is a good summer tune.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μας αρέσει πολύ να πηγαίνουμε στο θερινό σινεμά.

καλοκαιρινός

adjective (done during summer)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
A cookout is a summer activity in the USA.

καλοκαιρινός

adjective (having summer warmth)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The summer weather was rare for March.

καλοκαίρι

noun (US (Memorial Day to Labor Day)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The pool opening on Memorial Day weekend in May marks the beginning of summer.

περνάω το καλοκαίρι

intransitive verb (spend the summer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They summer in the mountains.

περνάω το καλοκαίρι

transitive verb (keep or manage during summer)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The rancher summered the herd in the cooler hills.
Ο βοσκός ανέβασε το κοπάδι στους πιο δροσερούς λόφους για να ξεκαλοκαιριάσει.

Θερινή Ώρα Βρετανίας

noun (mainly UK (daylight saving time)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

BST

noun (initialism (British Summer Time)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μικρό καλοκαιράκι

noun (figurative (warm autumn) (μεταφορικά)

I can't believe I'm outside in short sleeves in October! This is really an Indian summer.

θερινό ηλιοστάσιο

noun (longest day)

Hundreds of people gathered at Stonehenge to celebrate the summer solstice.
Εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Στόουνχεντζ για να γιορτάσουν το θερινό ηλιοστάσιο.

αστέρι της Βηθλεέμ

noun (plant) (μεταφορικά: φυτό)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

καλοκαιρινές διακοπές

noun (long holiday period)

κατασκήνωση

noun (activity centre for children in summertime) (για παιδιά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
His parents sent him to summer camp every year.

καλοκαιρινή ημέρα

noun (warm day in summer)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καλοκαιρινό φόρεμα

noun (lightweight sleeveless sundress)

καλοκαιρινό σπίτι

noun (outbuilding used for leisure)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We have a summerhouse in the garden.

βιβλία για το καλοκαίρι, βιβλία για τις διακοπές

noun (books to read in long school holiday)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βιβλίο για τις διακοπές

noun (book read on summer holiday)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

θερινό σχολείο

noun (classes held in summertime)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

θερινή ραστώνη

noun (figurative (decreased activity in summertime) (λόγιος)

θερινό ηλιοστάσιο

noun (longest day)

Hundreds of people gathered at Stonehenge to celebrate the summer solstice.

κολοκυθάκι

noun (vegetable)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ωδικό πτηνό της Αμερικής

noun (bird: cardinal)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

καλοκαιρινό τρίμηνο

noun (school trimester from spring to summer)

θερινό θέατρο

noun (US (repertory company active in summer)

Many famous actors began their careers in summer theater.

θερινή ώρα

noun (mainly UK (British Summer Time)

Summer Time is one hour ahead of Greenwich Mean Time.

καλοκαιρινές διακοπές

noun (long holiday period over the summer)

καλοκαιρινές διακοπές

noun (tourist trip taken in the summer)

καλοκαιρινός

noun as adjective (relating to the summer)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My favorite summertime activities include swimming and picnicking.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του summer στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του summer

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.