Τι σημαίνει το touching στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης touching στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του touching στο Αγγλικά.

Η λέξη touching στο Αγγλικά σημαίνει συγκινητικός, σχετικός, άγγιγμα, αγγίζω, αγγίζω, ψηλαφίζω, αγγίζω, άγγιγμα, πινελιά, ταλέντο, αφή, υφή, αίσθηση, επικοινωνία, επαφή, τρόπος, μολυβιά, λεπτομέρεια, τράκα, λίγος, ακουμπάω, ακουμπώ, ακουμπάω, ακουμπώ, ακουμπάω, ακουμπώ, πιάνω, φτάνω, προσεγγίζω, αγγίζω, αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ, θίγω, αφορώ, ζητάω δανεικά, εφάπτομαι, βλάπτω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης touching

συγκινητικός

adjective (emotionally affecting)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There's a touching scene at the end when the lovers say goodbye.
Στο τέλος υπάρχει μια συγκινητική σκηνή με τον αποχαιρετισμό του ζευγαριού.

σχετικός

preposition (regarding)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
So far we've heard nothing touching the cost of the mission.
Μέχρι τώρα δεν έχουμε μάθει τίποτα σχετικό με το κόστος της αποστολής.

άγγιγμα

noun (act of touching)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can look at the animals, but remember – no touching!
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα βρέφη δεν αναπτύσσονται φυσιολογικά χωρίς το άγγιγμα της μητέρας τους.

αγγίζω

transitive verb (enter into contact with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He touched her shoulder.
Την άγγιξε στον ώμο.

αγγίζω, ψηλαφίζω

transitive verb (feel with the hands, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She touched the blouse to feel its fabric.
Άγγιξε (or: ψηλάφισε) την μπλούζα για να νιώσει το ύφασμα.

αγγίζω

transitive verb (move emotionally) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She was touched by the woman's life story.
Η ιστορία της γυναίκας την άγγιξε.

άγγιγμα

noun (physical contact)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His touch comforted her.
Το άγγιγμά του την παρηγόρησε.

πινελιά

noun (figurative (style) (μεταφορικά: στιλ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The designer from Milan added an Italian touch to the room.
Ο σχεδιαστής από το Μιλάνο προσέθεσε μια ιταλική πινελιά στο δωμάτιο.

ταλέντο

noun (skill)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He has a good touch with the football.
Έχει ταλέντο στο ποδόσφαιρο.

αφή

noun (sense)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has no sense of touch in his fingers.

υφή, αίσθηση

noun (sensation, the way [sth] feels)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Many people like the touch of silk.

επικοινωνία

noun (communication)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I need to get in touch with him. Let me phone him now.
Πρέπει να έρθω σε επικοινωνία μαζί του. Ας του τηλεφωνήσω τώρα.

επαφή

noun (awareness)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The leader has lost touch with popular will.

τρόπος

noun (figurative (manner)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
She has a nice touch with the customers that they appreciate.

μολυβιά

noun (stroke of a pencil, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The penman put a bold touch on every serif.

λεπτομέρεια

noun (figurative (detail)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They have added some nice touches to this kitchen. Look at those details.

τράκα

noun (US, informal, figurative (request for money) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
That was a touch for five thousand dollars! How rich does he think I am?

λίγος

noun (small amount)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
John is staying home from work today because he has a touch of fever.

ακουμπάω, ακουμπώ

intransitive verb (be in contact)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The two tables touched.

ακουμπάω, ακουμπώ

transitive verb (be in contact with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The table touches the wall.

ακουμπάω, ακουμπώ

transitive verb (bring into contact)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Move the sofa back so it touches the wall.

πιάνω, φτάνω

transitive verb (figurative (rival)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She can't touch you for efficiency. You are so reliable.
Δεν μπορεί να σε πιάσει (Or: φτάσει) σε αποδοτικότητα. Είσαι τόσο αξιόπιστος.

προσεγγίζω

transitive verb (figurative (reach)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I asked him to talk to me about his problems, but wasn't able to touch him.

αγγίζω

transitive verb (harm) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't you touch her or I will kill you!

αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ

transitive verb (eat)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The child hadn't touched his food.

θίγω

transitive verb (cover, deal with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
This article doesn't touch the problems in Sudan.

αφορώ

transitive verb (concern, affect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't worry. This matter doesn't touch you.

ζητάω δανεικά

transitive verb (borrow money from)

He touched me for twenty pounds yesterday.

εφάπτομαι

transitive verb (be a tangent to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The line touches the circle at point "A".

βλάπτω

transitive verb (damage slightly) (κάποιον άλλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The flowers have been touched by the frost.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του touching στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του touching

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.