Τι σημαίνει το carbon στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης carbon στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του carbon στο Αγγλικά.

Η λέξη carbon στο Αγγλικά σημαίνει άνθρακας, καρμπόν, αντίγραφο, άνθρακας 14, μαύρος άνθρακας, αντίγραφο με καρμπόν, ακριβές αντίγραφο, πίστωση ρύπων, χρονολόγηση με άνθρακα, ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα, διοξείδιο του άνθρακα, Πρόγραμμα Δημοσιοποίησης Εκπομπών Άνθρακα, εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ίνα άνθρακα, αποτύπωμα άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα, αντιστάθμιση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, καρμπόν, συλλέκτης άνθρακα, ανθρακοχάλυβας, φόρος διοξειδίου του άνθρακα, χρονολογώ κτ με άνθρακα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης carbon

άνθρακας

noun (element)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Carbon is a nonmetallic element.

καρμπόν

noun (carbon paper) (χαρτί για αντιγραφή)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
My check book has carbons.

αντίγραφο

noun (carbon copy) (που έγινε με καρμπόν)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Keep the carbon for your personal records.

άνθρακας 14

noun (radioactive carbon)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Carbon 14 is an isotope used in radiocarbon dating.

μαύρος άνθρακας

noun (form of carbon used commercially)

αντίγραφο με καρμπόν

noun (document: duplicate) (κυριολεκτικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I am sending this letter to the client and will be sending a carbon copy to my boss for his information.

ακριβές αντίγραφο

noun (figurative ([sth], [sb] identical) (μεταφορικά)

Those cute little twin girls are carbon copies of each other.

πίστωση ρύπων

noun (greenhouse emissions allowance)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρονολόγηση με άνθρακα, ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα

noun (age of organic material)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Carbon dating told us how old the Turin Shroud is.

διοξείδιο του άνθρακα

noun (gas: carbon and oxygen)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Trees absorb carbon dioxide but cut flowers give it off at night.
Τα δέντρα απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα, αλλά τα κομμένα λουλούδια το εκπέμπουν τη νύχτα.

Πρόγραμμα Δημοσιοποίησης Εκπομπών Άνθρακα

noun (environmental organization)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Carbon Disclosure Project is the former name of the CDP.

εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα

plural noun (greenhouse gases)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ίνα άνθρακα

noun (uncountable (strong, thin fiber made of carbon)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αποτύπωμα άνθρακα

noun (figurative (environmental impact) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I hope to reduce my carbon footprint by installing energy-efficient bulbs in all my lamps.
Εγκαθιστώντας λάμπες που εξοικονομούν ενέργεια σε όλες τα φωτιστικά μου ελπίζω να μειώσω το αποτύπωμα του άνθρακά μου.

μονοξείδιο του άνθρακα

noun (poisonous gas) (χημεία)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Carbon monoxide fumes from car exhaust pipes have caused many deaths. All homes should have a carbon monoxide detector.
Οι αναθυμιάσεις μονοξειδίου του άνθρακα από τις εξατμίσεις αυτοκινήτων έχουν προκαλέσει πολλούς θανάτους. Όλα τα σπίτια θα πρέπει να έχουν ανιχνευτή μονοξειδίου του άνθρακα.

αντιστάθμιση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα

noun (emissions compensation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καρμπόν

noun (for copying documents)

Put this sheet of carbon paper between the two sheets of paper to make a copy.

συλλέκτης άνθρακα

noun ([sth]: absorbs carbon from air)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανθρακοχάλυβας

noun (metal: alloy)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Carbon steel is harder than stainless steel.

φόρος διοξειδίου του άνθρακα

noun (environmental tax on fossil fuels)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

χρονολογώ κτ με άνθρακα

transitive verb (estimate age from radioactivity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του carbon στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του carbon

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.