Τι σημαίνει το can στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης can στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του can στο Αγγλικά.

Η λέξη can στο Αγγλικά σημαίνει μπορώ, ξέρω, μπορώ, μπορώ, μπορεί, δοχείο, κονσέρβα, μπιτόνι, ντεπόζιτο, τουαλέτα, στενή, πολεμικό πλοίο, πισινός, κονσέρβα, μπορώ, μπορώ, κάνω κονσέρβα, στέλνω, σταματάω, σταματώ, μπορώ να ανεχτώ, κονσερβοποιώ, το μόνο που μπορείς να κάνεις, ότι μπορείς να κάνεις, ανοιχτός μπουφές, όσο το δυνατό καλύτερα, βλέπω με δυσκολία, κουτάκι μπύρας, Στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι., απλώνω τα πόδια μου πέρα από το πάπλωμά μου, σίγουρα, οπωσδήποτε, ασφαλώς, δεν μπορώ να περιμένω, δεν κρατιέμαι, Μπορώ να σας βοηθήσω;, βούλωσ' το!, ράψ'το!, ο ασκός του Αιόλου, ανοιχτήρι, δεν αντέχω κπ/κτ, αντέχω να κάνω κτ, αποφασιστικότητα, δεν μπορώ, δεν παίζει, δεν ψήνομαι, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω κτ, δεν μπαίνω στον κόπο να κάνω κτ, δεν μπαίνω στον κόπο να κάνω κτ, δεν γίνεται κάτι άλλο, δεν τα προλαβαίνω όλα, αναπόφευκτος, ανυπομονώ, λάδι κανόλα, λάδι κανόλα, παίρνω την ευθύνη πάνω μου, αναλαμβάνω την ευθύνη, με οποιοδήποτε τρόπο, κατς, μέσος, κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, κάνω ότι είναι δυνατό, κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου, κάνω ό,τι μπορώ, κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, κάνω ότι μπορώ, άδεια οδήγησης, σκουπιδοτενεκές, Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;, δεν κρατιέμαι, πλάνο δόσεων, κάνιστρο, ξυλαποθήκη, κονσέρβα γάλακτος, είναι αδύνατο, ανοίγω το κουτί της Πανδώρας, ανοίγω τον ασκό του Αιόλου, δοχείο χρώματος, δοχείο μπογιάς, κουτάκι αναψυκτικού, βλέπω τι μπορεί να γίνει, βλέπω τι μπορώ να κάνω, σπρέι, σπρέυ, κονσέρβα, δεν μπορώ με τίποτα να κάνω κτ, ταμπακιέρα, σκουπιδοτενεκές, Το ξέρω κι εγώ αυτό το παιχνίδι, Δεν το ξέρεις μόνο εσύ αυτό το παιχνίδι, ποτιστήρι, Ναι, μπορούμε!, να είσαι σίγουρος, στοιχηματίζω ότι, πάω στοίχημα ότι, πάω στοίχημα, Αυτό ξαναπέστο!. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης can

μπορώ

auxiliary verb (be able to) (έχω την ικανότητα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I can carry those suitcases for you.
Μπορώ να μεταφέρω τις βαλίτσες σου εγώ.

ξέρω

auxiliary verb (know how to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She can play the piano.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μπορεί να παίξει την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν στο πιάνο.

μπορώ

auxiliary verb (have the right to) (έχω δικαίωμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The prime minister can call an election whenever he wants to.
Ο πρωθυπουργός μπορεί να ανακοινώνει εκλογές όποτε θέλει.

μπορώ

auxiliary verb (be allowed to) (μου επιτρέπεται)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can I borrow your car tonight?
Μπορώ να δανειστώ το αυτοκίνητό σου απόψε;

μπορεί

auxiliary verb (be possible) (είναι πιθανό)

(απρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.)
Such things can happen if you're not careful.
Τέτοια πράγματα μπορεί να συμβούν αν δεν προσέχεις.

δοχείο

noun (US (tin: metal container)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We need three more cans of paint.
Χρειαζόμαστε τρία κουτιά μπογιά ακόμα.

κονσέρβα

noun (US (tin: of food) (συσκευασία τροφίμων)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Pass me that can of peas.
Δώσε μου αυτή την κονσέρβα με μπιζέλια.

μπιτόνι, ντεπόζιτο

noun (fuel) (δοχείο καυσίμων)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We should fill this extra can with gas in case we run out.

τουαλέτα

noun (US, slang (toilet)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Excuse me. I have to go to the can.

στενή

noun (slang (jail, gaol) (μεταφορικά: φυλακή)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
He's been in the can for three months now.

πολεμικό πλοίο

noun (slang (military: warship)

After a few repairs the can was back in the water heading across the ocean.

πισινός

noun (US, slang (buttocks)

That toilet seat's so cold you'll freeze your can sitting on it.

κονσέρβα

noun (contents of a tin)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'll just have a can of beans for lunch.
Θα φάω μόνο μια κονσέρβα φασόλια για μεσημεριανό.

μπορώ

auxiliary verb (have the qualifications to) (έχω γνώση, ικανότητα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A doctor can treat people more extensively than a nurse.

μπορώ

auxiliary verb (tend to) (έχω την τάση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He can be really annoying sometimes.

κάνω κονσέρβα

transitive verb (preserve in a jar, etc.)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They canned most of their peppers for the winter.
Κονσερβοποίησαν τις περισσότερες πιπεριές τους για τον χειμώνα.

στέλνω

transitive verb (US, slang (fire, dismiss) (αργκό: απολύω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He should have been canned for that kind of behavior.
Θα έπρεπε να έχει πάρει πόδι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς.

σταματάω, σταματώ

transitive verb (US, slang (stop doing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You two! Can that fighting! Now!
Ε, εσείς οι δύο! Κόφτε τον τσακωμό! Τώρα!

μπορώ να ανεχτώ

phrasal verb, transitive, inseparable (be able to tolerate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I hope that noise stops soon - I don't think I can stand it much longer!
Ελπίζω αυτό ο θόρυβος να σταματήσει σύντομα. Δε νομίζω πως θα μπορέσω να τον ανεχτώ για πολύ ακόμη!

κονσερβοποιώ

phrasal verb, transitive, separable (preserve in a jar, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They canned up a lot of the berries for later use.

το μόνο που μπορείς να κάνεις

noun (your only recourse)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When something bad happens, all you can do is make the best of it.

ότι μπορείς να κάνεις

noun (everything you are capable of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
All you can do is whine; you never fix your problems.

ανοιχτός μπουφές

adjective (restaurant buffet: unlimited)

At the all-you-can-eat restaurant he stuffed himself with cheap food.

όσο το δυνατό καλύτερα

adverb (to the best of your ability)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Muddle through as best you can, and we'll fix the mistakes later.

βλέπω με δυσκολία

verbal expression (have poor sight)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κουτάκι μπύρας

noun (can holding beer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
When the police arrested him for drunken driving, they found empty beer cans in his car.

Στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι.

expression (informal (When in need, take what's offered.) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

απλώνω τα πόδια μου πέρα από το πάπλωμά μου

verbal expression (figurative, informal (accept an overly ambitious task) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Gabriella thought she would enjoy being team leader, but she may have bitten off more than she can chew.

σίγουρα, οπωσδήποτε, ασφαλώς

interjection (informal (certainly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
“Could you move those chairs and tables for me, please?” - “Can do!”
«Θα μπορούσες να μου μετακινήσεις αυτές τις καρέκλες και τα τραπέζια, σε παρακαλώ;» «Σίγουρα (or: Ασφαλώς)!

δεν μπορώ να περιμένω, δεν κρατιέμαι

verbal expression (feel impatient, excited)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can hardly wait for my birthday! This has been such a rotten day, I can hardly wait for it to be over.
Ανυπομονώ να έρθουν τα γενέθλιά μου! Η σημερινή μέρα είναι απαίσια, ανυπομονώ να τελειώσει.

Μπορώ να σας βοηθήσω;

expression (to a customer)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Can I help you? asked the sales clerk.

βούλωσ' το!, ράψ'το!

interjection (slang, impolite (shut up!) (αγενές)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Can it! I don't want to hear another word from you!
Βγάλε τον σκασμό! Δε θέλω να ακούσω ούτε λέξη από σένα!

ο ασκός του Αιόλου

noun (figurative, informal ([sth] controversial, problematic) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ανοιχτήρι

noun (gadget for opening tin cans) (για κονσέρβες)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
How will I pour the condensed milk if I can't find a can opener? My mum has a special tin opener for people with arthritic hands.
Πώς θα αδειάσω το συμπυκνωμένο γάλα, αν δεν βρω το ανοιχτήρι; Η μαμά μου έχει ένα ανοιχτήρι που είναι ειδικά φτιαγμένο για όσους πάσχουν από αρθρίτιδα.

δεν αντέχω κπ/κτ

verbal expression (informal (find intolerable)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can't stand my overbearing, demanding boss.
Δεν αντέχω το αυταρχικό και απαιτητικό αφεντικό μου.

αντέχω να κάνω κτ

verbal expression (be able to tolerate)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you can stand to wait another 10 minutes, I'll walk you home. I can't stand seeing you so unhappy.

αποφασιστικότητα

noun (positive attitude)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

δεν μπορώ

contraction (colloquial, abbreviation (can not)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I can't hear the doorbell when I'm in the back room.
Όταν είμαι στο πίσω δωμάτιο δεν μπορώ να ακούσω το κουδούνι.

δεν παίζει, δεν ψήνομαι

verbal expression (UK, vulgar, slang (unwilling to make effort) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω κτ

verbal expression (UK, vulgar, slang (unwilling to make effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've lost the remote control and I can't be arsed to get up and change the channel.

δεν μπαίνω στον κόπο να κάνω κτ

adjective (informal (unwilling to make effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can't be bothered with proofreading, so I just post my e-mails as they are, misspellings and all.

δεν μπαίνω στον κόπο να κάνω κτ

adjective (informal (unwilling to make effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δεν γίνεται κάτι άλλο

verbal expression (informal (unavoidable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's a pity that Deborah can't come with us, but it can't be helped.

δεν τα προλαβαίνω όλα

verbal expression (US, informal (have too many obligations) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I can't be in all places at one time so someone will have to help me.

αναπόφευκτος

verbal expression (feel compelled to do [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I can't help wondering if she really knows what she's doing.
Δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι αν ξέρει πραγματικά τι κάνει.

ανυπομονώ

verbal expression (figurative, informal (be impatient for) (για κτ, να γίνει κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I can't wait for this day to be over.

λάδι κανόλα

noun (edible oil)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I usually use canola for cooking because it is relatively inexpensive.

λάδι κανόλα

noun (edible oil)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Canola oil is often used for frying food. Rapeseed oil is delicious in salad dressings.

παίρνω την ευθύνη πάνω μου, αναλαμβάνω την ευθύνη

verbal expression (figurative, informal (take the blame)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

με οποιοδήποτε τρόπο

adjective (using whatever method, material possible)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατς

noun (historical (type of wrestling)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μέσος

noun (baseball: player in center field)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, κάνω ότι είναι δυνατό

verbal expression (try hard)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I did all I could to catch the train, but it was too late.

κάνω ό,τι μπορώ, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου

verbal expression (try your hardest)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm sure the police will catch the burglar; they're doing everything they can.

κάνω ό,τι μπορώ

verbal expression (try your hardest to achieve [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Choosing a university is an important decision, so make sure you do everything you can to get it right.

κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου

verbal expression (try your hardest)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Just do the best you can. That's all anybody could ask for.

κάνω ότι μπορώ

verbal expression (do everything possible)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

άδεια οδήγησης

noun (permit to drive)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I've had my driver's license for 15 years.
Έχω άδεια οδήγησης εδώ και 15 χρόνια.

σκουπιδοτενεκές

noun (receptacle for waste)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Don't leave your trash on the floor. Throw it in the garbage can! A garbage can is large, often put on the street for garbage collection.
Μην αφήνεις τα σκουπίδια στο πάτωμα. Πέταξέ τα στο καλάθι των αχρήστων!

Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

expression (what do you need?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Store clerks often ask customers, "How can I help you?"

δεν κρατιέμαι

interjection (I am excited about [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"This time next week we'll be on holiday." "I can't wait!"
«Την ερχόμενη βδομάδα, τέτοια ώρα θα είμαστε διακοπές». «Δεν κρατιέμαι!»

πλάνο δόσεων

noun (finance: payment in installments)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κάνιστρο

noun (container for petrol) (μεταφορά υγρών)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ξυλαποθήκη

noun (where timber is stored or sold)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κονσέρβα γάλακτος

noun (large metal container for milk)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The farmer was very upset when the dog bumped into the milk can and spilt the milk.

είναι αδύνατο

expression (informal (that isn't possible)

ανοίγω το κουτί της Πανδώρας, ανοίγω τον ασκό του Αιόλου

verbal expression (figurative, informal (create controversy, problems)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Laura opened a can of worms when she mentioned Oliver's ex-girlfriend.

δοχείο χρώματος, δοχείο μπογιάς

noun (tin container holding paint)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κουτάκι αναψυκτικού

noun (US, regional (soda can, fizzy drink tin)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The aluminum recycling facility pays thirty cents a pound for used pop cans.

βλέπω τι μπορεί να γίνει, βλέπω τι μπορώ να κάνω

verbal expression (try to find solution)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The mechanic said he'd see what can be done to repair my car.

σπρέι, σπρέυ

noun (aerosol)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The chemicals in spray cans affect the ozone layer.

κονσέρβα

noun (metal food container)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I hate eating soup from a tin can. Baked beans are sold in tin cans.
Απεχθάνομαι να τρώω σούπα από την κονσέρβα. Τα μαγειρεμένα φασόλια πωλούνται σε κονσέρβες.

δεν μπορώ με τίποτα να κάνω κτ

expression (extremely bad at [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Heather couldn't bake a cake to save her life.

ταμπακιέρα

noun (metal box holding tobacco)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σκουπιδοτενεκές

noun (receptacle for refuse)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Take those stinky shoes outside and throw them in the trash can!
Βγάλε αυτά τα βρωμερά παπούτσια έξω και πέταξέ τα στον σκουπιδοτενεκέ!

Το ξέρω κι εγώ αυτό το παιχνίδι, Δεν το ξέρεις μόνο εσύ αυτό το παιχνίδι

expression (figurative (intention to retaliate) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Two can play that game; if John refuses to help me, then I can refuse to help him!

ποτιστήρι

noun (for watering plants)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She prefers to use a watering can instead of a garden hose.

Ναι, μπορούμε!

interjection (US (Obama's presidential campaign slogan)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

να είσαι σίγουρος

interjection (informal (that is certain)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Whatever the government does will cost us money -- you can bet on it!

στοιχηματίζω ότι, πάω στοίχημα ότι

expression (figurative, informal (with clause: you can be certain that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can bet your life Maria will tell the teacher what we did.

πάω στοίχημα

expression (figurative, informal (you can be certain of [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rodney will certainly win the race; you can bet your life on that.

Αυτό ξαναπέστο!

interjection (slang (yes: emphatically) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
“This new gadget's just brilliant.” “You can say that again!”

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του can στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του can

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.