Τι σημαίνει το calm στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης calm στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του calm στο Αγγλικά.

Η λέξη calm στο Αγγλικά σημαίνει ήρεμος, ατάραχος, ηρεμώ, γαληνεύω, ησυχάζω, καθησυχάζω, γαλήνιος, ήρεμος, ήρεμος, ακίνητος, ήπιος, γαλήνη, ηρεμία, νηνεμία, ηρεμώ, ησυχάζω, ηρεμώ, ησυχάζω, ηρεμώ, ηρεμώ, ηρεμώ, συγκροτημένος, ψύχραιμος, γαλήνη πριν την καταιγίδα, Ηρέμησε!, αίθριος, γαλήνιος, ηρέμησε, χαλάρωσε, νηνεμία,μπουνάτσα, πλήρης ακινησία, μένω ψύχραιμος, μένω ήρεμος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης calm

ήρεμος, ατάραχος

adjective (serene)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He was calm despite the pressure on him.
Ήταν ήρεμος παρά την πίεση που δεχόταν.

ηρεμώ, γαληνεύω, ησυχάζω, καθησυχάζω

transitive verb (make quiet or peaceful)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She patted the excited horse to calm it.
Ακούμπησε χαϊδευτικά το αγριεμένο άλογο για να το καλμάρει.

γαλήνιος, ήρεμος

adjective (peaceful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The temple had a calm atmosphere.

ήρεμος, ακίνητος

adjective (water)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The lake water was calm and still.

ήπιος

adjective (quiet: weather)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The wind is calm.

γαλήνη, ηρεμία

noun (serenity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The library is a refuge of calm in the city.

νηνεμία

noun (windless weather)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The sailboat did not move in the calm.

ηρεμώ, ησυχάζω

intransitive verb (relax)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The crying woman calmed as her friend hugged her.

ηρεμώ, ησυχάζω

intransitive verb (become quiet: weather)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The wind calmed as the hurricane moved off.
Ο αέρας έκοψε καθώς ο τυφώνας απομακρυνόταν.

ηρεμώ

transitive verb (to sedate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The nurse calmed the patient with a shot of morphine.
Η νοσοκόμα κάλμαρε την ασθενή με μια ένεση μορφίνης.

ηρεμώ

phrasal verb, intransitive (become calmer)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The street market is closed until the weather has calmed down.

ηρεμώ

phrasal verb, transitive, separable (make calmer)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She gave the baby a bottle to calm him down.
Έδωσε στο μωρό ένα μπουκάλι για να το ηρεμήσει.

συγκροτημένος, ψύχραιμος

adjective (person: composed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γαλήνη πριν την καταιγίδα

noun (figurative (quiet period before [sth] turbulent) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mary's much too quiet. I fear it's the calm before the storm.

Ηρέμησε!

interjection (don't panic)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Calm down! The matter has been resolved.
Ηρέμησε! Το ζήτημα έχει λυθεί.

αίθριος, γαλήνιος

noun (mild conditions) (καιρός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Let's wait for a day with calm weather to canoe across the lake.

ηρέμησε, χαλάρωσε

interjection (don't panic)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Madam, please calm yourself! The doctor is on her way to treat your son.

νηνεμία,μπουνάτσα

noun (nautical: no wind)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A sailing ship can make no progress at all in a dead calm.

πλήρης ακινησία

noun (total stillness)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A dead calm enveloped the house after his wife left him.

μένω ψύχραιμος, μένω ήρεμος

intransitive verb (remain composed)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
He will try to make you angry but you must keep calm. Everyone, please keep calm until the police arrive!
Θα προσπαθήσει να σε νευριάσει θα πρέπει όμως να μείνεις ψύχραιμη. Παρακαλείσθε όλοι να μείνετε ψύχραιμοι μέχρι να έρθει η αστυνομία!

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του calm στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του calm

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.