Τι σημαίνει το cuerda στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cuerda στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cuerda στο ισπανικά.

Η λέξη cuerda στο ισπανικά σημαίνει κορδόνι, σχοινί, σκοινί, χορδή, cord, σπάγγος, σειρά, ράμμα, σχοινί, σχοινί, ροζέτα, σπάγκος, στράλι, σχοινί απλώματος, σχοινί μπουγάδας, σώφρων, σώφρονας, νοήμων, νοήμονας, που έχει σώας τα φρένας, χορδή, χορδή, έγχορδος, σκοινί ρυμούλκησης, σχοινί ρυμούλκησης, νωτιαία χορδή, γυρίζω πίσω, αρτάνη, σκοινί, σχοινί, κουρδιστός, στον αέρα, σχοινί, σκοινί, σκοινί διάσωσης, σχοινί διάσωσης, εντατήρας, σύρμα, σκοινί ρυμούλκησης, σχοινί ρυμούλκησης, σκοινάκι, επικίνδυνη κατάσταση, γέφυρα από σκοινί, σκάλα από σκοινί, σχοινοβάτης, χορδή βιολιού, ιμάντας, σχοινί ενεργοποίησης, σχοινί ανοίγματος, αυτόματο ρολόι, τεντωμένο σχοινί, είμαι αβέβαιος, ακροβατώ σε τεντωμένο σχοινί, βρίσκομαι σε επισφαλή θέση, σε κίνδυνο, βάζω νέες χορδές σε κτ, πετυχαίνω διάνα, κουρδίζω, παρασκηνιακά, κάτω από το τραπέζι, τα μπόσικα, σχοινί σκηνής, έγχορδο όργανο, είμαι νευρικός, κουρδίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cuerda

κορδόνι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mark ató la verja con una cuerda deshilachada.
Ο Μαρκ έδεσε την πύλη με έναν ξεφτισμένο σπάγκο.

σχοινί, σκοινί

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Helen usó dos cuerdas para atar la hamaca a la rama.
Η Έλεν χρησιμοποίησε δύο κομμάτια σχοινί για να στερεώσει την κούνια στο κλαδί.

χορδή

nombre femenino (instrumento musical)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Betty necesita una cuerda nueva para su guitarra.
Η Μπέτυ χρειάζεται μια νέα χορδή για την κιθάρα της.

cord

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
El invierno pasado quemamos dos cuerdas de leña.

σπάγγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Carl ató el paquete con una cuerda.
Ο Καρλ έδεσε το πακέτο με ένα κορδόνι.

σειρά

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Molly usaba una cadena de perlas alrededor de su cuello.

ράμμα

(música) (χειρουργικό νήμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σχοινί

(tender)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Colgó la ropa en la cuerda para que se secase.
Άπλωσε τα ρούχα στο σχοινί για να στεγνώσουν.

σχοινί

(για σκηνή)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tienes que ajustar la cuerda al poste.

ροζέτα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σπάγκος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Necesito un cordel grueso para atar esta caja.
Χρειάζομαι ένα χοντρό σπάγκο, για να δέσω το κουτί.

στράλι

(mástil de velero)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tira del cabo y yo controlaré el cable para que no se salga todo de su sitio.

σχοινί απλώματος, σχοινί μπουγάδας

(de ropa)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Rev colgó las camisas en la soga.

σώφρων, σώφρονας, νοήμων, νοήμονας

adjetivo (estado mental)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Su abogado argumenta que él no está cuerdo como para ir a juicio.

που έχει σώας τα φρένας

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No parecía racional en el juicio, pero igual la condenaron.
Στη δίκη δεν φαινόταν να έχει τα λογικά της, παρ' όλα αυτά καταδικάστηκε.

χορδή

(violín) (μουσικού οργάνου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χορδή

(arquería) (τόξου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

έγχορδος

locución adjetiva (π.χ. όργανο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El director se dirigió a la sección de cuerdas de la orquesta.
O μαέστρος στράφηκε προς το τμήμα των εγχόρδων της ορχήστρας.

σκοινί ρυμούλκησης, σχοινί ρυμούλκησης

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

νωτιαία χορδή

γυρίζω πίσω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Rebobina la cinta hasta el principio de esa conversación.
Γύρισε την ταινία στην αρχή εκείνης της συζήτησης.

αρτάνη

(voz inglesa) (αλεξίπτωτο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σκοινί, σχοινί

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El buceador dejó caer una guía para que le ayudase a encontrar el camino de vuelta.

κουρδιστός

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mis hijos adoran jugar con juguetes a cuerda.

στον αέρα

expresión (μεταφορικά: αβέβαιος)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su futuro está en la cuerda floja.

σχοινί, σκοινί

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σκοινί διάσωσης, σχοινί διάσωσης

locución nominal femenina

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
El capitán del barco le lanzó una cuerda salvavidas al pasajero que se había caído por la borda.

εντατήρας

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Asegúrate de atar la carga con cuerdas bungee.

σύρμα

(παγίδας, νάρκης κλπ)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σκοινί ρυμούλκησης, σχοινί ρυμούλκησης

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σκοινάκι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Las niñas estaban jugando con una cuerda de saltar.
Τα μικρά κορίτσια έπαιζαν με ένα σκοινάκι.

επικίνδυνη κατάσταση

(figurado)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γέφυρα από σκοινί

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Se ha instalado una pasarela de cuerda para cruzar de un lado al otro del río.
Μας είχε δοθεί μια γέφυρα από σκοινί για να πηγαίνουμε από τη μια πλευρά του ποταμού στην άλλη. Οι πρόσκοποι έφτιαξαν μια γέφυρα από σκοινί πάνω από το φαράγγι.

σκάλα από σκοινί

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Para subir al árbol hicimos una escala de cuerda.

σχοινοβάτης

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Al acróbata sobre cuerda floja se le llama funámbulo.

χορδή βιολιού

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Él ajustó cada una de las cuerdas de violín antes de empezar a tocar.

ιμάντας

(ελαστικός)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Siempre tengo cuerdas elásticas en el auto para atar la carga adicional.

σχοινί ενεργοποίησης, σχοινί ανοίγματος

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

αυτόματο ρολόι

τεντωμένο σχοινί

locución nominal femenina

είμαι αβέβαιος

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
El futuro político de Australia pendía de un hilo después de que no hubiera un ganador definitivo en las elecciones del sábado.

ακροβατώ σε τεντωμένο σχοινί

locución verbal (figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βρίσκομαι σε επισφαλή θέση

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σε κίνδυνο

(figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βάζω νέες χορδές σε κτ

(instrumento)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πετυχαίνω διάνα

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ver una foto de sí misma tocó la fibra sensible de Ruth respecto a su problema de peso.

κουρδίζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Πρέπει να χρησιμοποιήσεις ειδικό κλειδί, για να κουρδίσεις το ρολόι.

παρασκηνιακά

locución adverbial (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
El periodista fue de encubierto para revelar muchos de los negocios que se hacían bajo cuerda.

κάτω από το τραπέζι

locución adverbial (coloquial) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le pagaban bajo cuerda y podía evitar pagar los impuestos.

τα μπόσικα

locución nominal femenina

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Robert tiró de la cuerda floja para tensarla de nuevo.
Ο Ρόμπερτ μάζεψε τα μπόσικα για να τεντώσει πάλι το σκοινί.

σχοινί σκηνής

(θέατρο)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

έγχορδο όργανο

είμαι νευρικός

locución verbal

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mi abuelo se aseguraba de que su reloj tenía toda la cuerda dada cada día.

κουρδίζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Antes de que los relojes tuvieran pilas, había que darles cuerda.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cuerda στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του cuerda

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.