Τι σημαίνει το go with στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης go with στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του go with στο Αγγλικά.

Η λέξη go with στο Αγγλικά σημαίνει συνοδεύω, πάω μαζί με κάποιον, βγαίνω με κάποιον, πάω μαζί, ταιριάζω, είμαι κομμάτι του/της, συμφωνώ με κτ, στηρίζω, καταστρέφομαι μαζί με κπ, αρρωσταίνω από κτ, συμμετέχω, ξεκινάω με κτ, παίρνω κάτι και εξαφανίζομαι, εγκαταλείπω κάποιον για κάποιον άλλο, συνεχίζω, ακολουθώ, έχω τρελή επιτυχία, πήγαινε στην ευχή του Θεού, ακολουθώ τη μάζα, ακολουθώ το πλήθος, αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης go with

συνοδεύω, πάω μαζί με κάποιον

(accompany)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Will you go with me to the hospital?
Θα έρθεις μαζί μου στο νοσοκομείο;

βγαίνω με κάποιον

(US, slang (date)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've been going with Paul for two months now.
Βγαίνω με τον Πωλ δύο μήνες τώρα.

πάω μαζί, ταιριάζω

(clothes, colors: match)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
These shoes go with that handbag.
Αυτά Τα παπούτσια ταιριάζουν μ' αυτή την τσάντα.

είμαι κομμάτι του/της

(belong with)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
As a doctor, I find it hard to give people bad news, but it goes with the job.

συμφωνώ με κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (permit, consent to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I usually just go along with what she says to avoid any arguments.
Συνήθως πάω πάσο σε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες.

στηρίζω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (support, agree with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rachel is happy to go along with Harry's suggestion.
Η Ρέιτσελ θα στηρίξει με χαρά την πρόταση του Χάρυ.

καταστρέφομαι μαζί με κπ

phrasal verb, transitive, inseparable (be defeated with [sb/sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
If our company goes down, our subsidiaries will go down with us.

αρρωσταίνω από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (become ill)

Roger went down with flu.

συμμετέχω

phrasal verb, transitive, inseparable (US, informal (share cost) (μαζί με κπ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Do you want to go in with us on the boss's gift?

ξεκινάω με κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (have at start)

We went in with three points on which we agreed.

παίρνω κάτι και εξαφανίζομαι

(informal (steal [sth] and leave with it)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εγκαταλείπω κάποιον για κάποιον άλλο

(informal (leave a spouse, etc., for [sb] else)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συνεχίζω

phrasal verb, transitive, inseparable (continue to do, say)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I apologised for the interruption and he went on with his story.

ακολουθώ

(do as planned) (σχέδιο, πρόγραμμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The city council is going through with its plans to widen the road.

έχω τρελή επιτυχία

verbal expression (figurative, informal (party: be a success)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πήγαινε στην ευχή του Θεού

interjection (parting expression)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Bishop dismissed him, saying "Go with God, my son".

ακολουθώ τη μάζα, ακολουθώ το πλήθος

verbal expression (figurative (do what everyone else does)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can make up your own mind, or you can go with the crowd.

αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν

verbal expression (informal, figurative (take a relaxed approach)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του go with στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του go with

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.