Τι σημαίνει το date στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης date στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του date στο Αγγλικά.

Η λέξη date στο Αγγλικά σημαίνει ημερομηνία, ημερομηνία, χρονολογία, ραντεβού, εποχή, περίοδος, χουρμάς, χρονολογώ, χρονολογούμαι, βγαίνω με, δείχνω την ηλικία, προδίδω την ηλικία, συνοδός, βγαίνω ραντεβού, χρονολογούμαι από, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, ημερομηνία γέννησης, ραντεβού στα τυφλά, ενημερώνω, χρονολογώ κτ με άνθρακα, λήξη της προθεσμίας, ημερομηνία έναρξης, καταληκτική ημερομηνία, καταληκτική ημερομηνία, ημερομηνία γέννησης, ημέρα γενεθλίων, ημερομηνία γέννησης, ημερομηνία έκδοσης, ημερομηνία λήξης, ημερομηνία αποπληρωμής, χουρμαδιά, σφραγίδα χρονολόγησης, σφραγίδα ημερομηνίας, σφραγίδα ημερομηνίας, βάζω ημερομηνία, γραμμή ημερομηνίας και τόπου προέλευσης, ημερομηνία θανάτου, ημέρα θανάτου, ημερομηνία παράδοσης, ημερομηνία τοκετού, διπλό ραντεβού, βγαίνω με άλλο ζευγάρι, προθεσμία πληρωμής, ημερομηνία τοκετού, ημερομηνίας έναρξης ισχύος, καταληκτική ημερομηνία, ημερομηνία λήξης, ημερομηνία λήξης, βγαίνω, ημερομηνία έκδοσης, ημερομηνία έκδοσης, κρατάω κπ ενήμερο, διατηρώ κτ ενημερωμένο, ενημερώνομαι, σημαντική ημερομηνία, κλείνω ραντεβού, ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος, ντεμοντέ, άκυρος, μπαγιάτικος, συνάντηση για παιχνίδι, ημερομηνία έκδοσης, ημερομηνία κυκλοφορίας, ημερομηνία μέχρι την οποία επιτρέπεται η πώληση, ορίζω ακριβή ημερομηνία, ορίζω ημερομηνία, ορίζω ημερομηνία γάμου, ημερομηνία διακανονισμού, ημερομηνία αποστολής, προθεσμία, προθεσμία υποβολής προσφοράς, ως τώρα, μέχρι σήμερα, μέχρι στιγμής, ενημερωμένος, ενημερωμένος, ημερομηνία λήξης, ημερομηνία λήξης, ημερομηνία λήξης ισχύος, τρέχουσα χρονιά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης date

ημερομηνία

noun (day of the month)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Today's date is September 14.
Η ημερομηνία σήμερα είναι 14 Σεπτεμβρίου.

ημερομηνία

noun (specific day)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I will meet you again at a later date.
Θα σας δω ξανά σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

χρονολογία

noun (inscription) (για έτος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have an old coin, bearing the date 1783.
Έχω ένα παλιό νόμισμα που φέρει τη χρονολογία 1783.

ραντεβού

noun (romantic meeting) (ρομαντικό)

Robert is late for his date.
Ο Ρόμπερτ έχει καθυστερήσει στο ραντεβού του.

εποχή, περίοδος

noun (time, historical period)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Those paintings belong to a later date.
Οι πίνακες αυτοί ανήκουν σε μεταγενέστερη εποχή (or: περίοδο).

χουρμάς

noun (fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Dates are one of my favourite fruits.
Οι χουρμάδες είναι ένα από τα αγαπημένα μου φρούτα.

χρονολογώ

transitive verb (ascertain era)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Scientists are trying to date the fossils.
Οι επιστήμονες προσπαθούν να χρονολογήσουν τα απολιθώματα.

χρονολογούμαι

(exist since) (από...)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The settlements here date from 1678.
Οι οικισμοί της περιοχής χρονολογούνται από το 1678.

βγαίνω με

transitive verb (mostly US (romantic)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Alex is dating Pat.
Ο Αλέξης βγαίνει με την Κατερίνα.

δείχνω την ηλικία, προδίδω την ηλικία

transitive verb (informal (show age) (με γενική: κάποιου)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The fact that she remembers commercials from the 70's really dates her.

συνοδός

noun (US (companion)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Henry and his date went to the movies.

βγαίνω ραντεβού

intransitive verb (date people)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The adolescent is too young to date.

χρονολογούμαι από

(exist since) (υλικό αντικείμενο)

The fossils dated back to the Precambrian eon.
Τα απολιθώματα χρονολογούνται από το Προκάμβριο.

σε μεταγενέστερη ημερομηνία

adverb (on an unspecified future day) (απροσδιόριστη)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας

noun (expiration)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημερομηνία γέννησης

noun (date [sb] was born)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ραντεβού στα τυφλά

noun (date with unknown person)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Davina is going out on a blind date this evening.
Η Νταβίνα θα βγει ραντεβού στα τυφλά απόψε.

ενημερώνω

verbal expression (give [sb] the most recent information)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alice brought me up to date with all her news.

χρονολογώ κτ με άνθρακα

transitive verb (estimate age from radioactivity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

λήξη της προθεσμίας

noun (deadline for applications, entries)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The closing date for submitting an application form is July 15th.

ημερομηνία έναρξης

noun (date when [sth] begins)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

καταληκτική ημερομηνία

noun (deadline)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The cutoff date for voter registration is two weeks before the election.

καταληκτική ημερομηνία

noun (deadline)

The cutoff date for submitting your application is February 15.

ημερομηνία γέννησης

noun (written, abbreviation (date of birth)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημέρα γενεθλίων, ημερομηνία γέννησης

noun (day, month and year when [sb] was born)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Please include your full name and date of birth on the form.
Παρακαλούμε συμπεριλάβετε το πλήρες όνομα και την ημερομηνία γέννησής σας στην αίτηση.

ημερομηνία έκδοσης

noun (bureaucratic (issue date)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημερομηνία λήξης

noun (bond) (επενδύσεις)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The date of maturity for this bond is December 31, 2014.

ημερομηνία αποπληρωμής

noun (mortgage) (δάνειο)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The date of maturity for the mortgage on the property is still many years away.

χουρμαδιά

noun (botany)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σφραγίδα χρονολόγησης, σφραγίδα ημερομηνίας

noun (stamp with date)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σφραγίδα ημερομηνίας

noun (stamped mark indicating date)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The post office always puts a date stamp on the envelope.

βάζω ημερομηνία

transitive verb (stamp [sth] with the date)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The admin staff date-stamp all the application forms which they receive.

γραμμή ημερομηνίας και τόπου προέλευσης

noun (news: line telling date and place of origin) (για άρθρο εφημερίδας)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ημερομηνία θανάτου

noun (day on which [sb] died)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I have been able to track down his birth date but I can't find a record of his death date.

ημέρα θανάτου

noun (anniversary of death date)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ημερομηνία παράδοσης

noun (day: goods scheduled to arrive)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
We will not be able to meet the original delivery date but we will expedite shipment as soon as the goods are available.

ημερομηνία τοκετού

noun (baby: expected day of birth)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

διπλό ραντεβού

noun (two couples meeting socially)

We're going on a double date - it will be less awkward that way.

βγαίνω με άλλο ζευγάρι

intransitive verb (socialize with another couple)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Flavio and I never get to double-date because all our friends are single.

προθεσμία πληρωμής

noun (deadline for payment)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The due date for the electric bill is 25th March.
Η προθεσμία πληρωμής του ηλεκτρικού είναι στις 25 Μαρτίου.

ημερομηνία τοκετού

noun (expected date of birth) (για έγκυες)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Your due date is 24 weeks from today.
Η ημερομηνία τοκετού σου προσδιορίζεται σε 24 εβδομάδες από σήμερα.

ημερομηνίας έναρξης ισχύος

noun (law: day [sth] scheduled to happen)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The effective date of the contract is the 1st of the month.
Η ημερομηνίας έναρξης ισχύος του συμβολαίου είναι η 1η του μηνός.

καταληκτική ημερομηνία

noun (day when [sth] finishes or closes)

ημερομηνία λήξης

noun (US (when food product is no longer fresh)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
What's the expiration date on that carton of milk?
Ποια είναι η ημερομηνία λήξης του γάλακτος;

ημερομηνία λήξης

noun (US (when [sth] is no longer valid)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My credit card number is 1234567891234, expiry date 05/09.
Ο αριθμός της πιστωτικής μου κάρτας είναι 1234567891234, με ημερομηνία λήξης 05/09.

βγαίνω

verbal expression (go out with [sb] romantically)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Want to go on a date this Friday night? I'll pick you up at eight.
Θέλεις να βγούμε το βράδυ της Παρασκευής; Θα περάσω να σε πάρω στις οκτώ.

ημερομηνία έκδοσης

noun (library book: date borrowed)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ημερομηνία έκδοσης

noun (finance: date on which bond, security, insurance policy is issued)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κρατάω κπ ενήμερο

verbal expression (inform regularly) (για κάτι, σχετικά με κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We'll keep you up to date with the latest business news.

διατηρώ κτ ενημερωμένο

verbal expression (update)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's important to keep your business website up to date.
Είναι σημαντικό να διατηρείτε ενημερωμένο τον ιστότοπο της επιχείρησής σας.

ενημερώνομαι

verbal expression (stay informed) (για κάτι, σχετικά με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I read Vogue magazine to keep up to date with all the latest fashions.

σημαντική ημερομηνία

noun (day [sth] important happens)

κλείνω ραντεβού

verbal expression (arrange [sth] for a specific day)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I made a date with her for Friday; we are going out to dinner.

ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος, ντεμοντέ

adjective (old-fashioned, outmoded)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The 70's-style couch is out of date.
Ο καναπές με στυλ δεκαετίας '70 είναι ξεπερασμένος.

άκυρος

adjective (no longer valid)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
That program had been updated; yours is an out-of-date version.
Αυτό το πρόγραμμα ενημερώθηκε· το δικό σου είναι παλιά έκδοση.

μπαγιάτικος

adjective (food: no longer fresh) (φαγητό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The milk expired two weeks ago and is thus out of date.
Το γάλα έληξε πριν από δύο εβδομάδες και έτσι είναι μπαγιάτικο.

συνάντηση για παιχνίδι

(appointment for children)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ημερομηνία έκδοσης

noun (day when book or periodical is published)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The publication date for Charles Williams' new spy novel has been pushed back to December 15.

ημερομηνία κυκλοφορίας

noun (when [sth] is published or broadcast)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημερομηνία μέχρι την οποία επιτρέπεται η πώληση

noun (on food packaging)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ορίζω ακριβή ημερομηνία, ορίζω ημερομηνία

verbal expression (decide specific day)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The conference will be next year, but the organizers haven't yet set a date.

ορίζω ημερομηνία γάμου

verbal expression (informal (fix wedding day)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
When are you and your girlfriend going to set the date?

ημερομηνία διακανονισμού

noun (day by which payment must be made) (για δόση, χρέος, επιταγή)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημερομηνία αποστολής

noun (day when a consignment is sent out)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προθεσμία

noun (deadline, day)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

προθεσμία υποβολής προσφοράς

noun (deadline for a financial bid)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ως τώρα, μέχρι σήμερα, μέχρι στιγμής

adverb (up to now)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
To date, I haven't heard anything new about the situation. To date, we have not received your payment.
Μέχρι στιγμής δεν έχω ακούσει κάτι καινούριο για την κατάσταση. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε λάβει την πληρωμή σας.

ενημερωμένος

adjective (current, modern)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Is your operating system up to date?
Είναι ενημερωμένο το λειτουργικό σου σύστημα;

ενημερωμένος

adjective (person: informed)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Jen was always up to date on her celebrity gossip.
Η Τζεν ήταν πάντα ενημερωμένη για τα κουτσομπολιά των διασήμων.

ημερομηνία λήξης

noun (day by which [sth] must be used or consumed)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ημερομηνία λήξης, ημερομηνία λήξης ισχύος

noun (day when [sth] expires)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τρέχουσα χρονιά

noun (from start of year to now)

Our income has fallen during the year to date. How much tax have you already paid in the year to date?

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του date στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του date

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.