Τι σημαίνει το lens στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης lens στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του lens στο Αγγλικά.

Η λέξη lens στο Αγγλικά σημαίνει φακός, φακός, φακός, φακός, οπτική, φακός, φακός επαφής, φακοί επαφής, κυρτός φακός, φακός fisheye, φακός fresnel, μεγεθυντικός φακός, κάλυμμα φακού κάμερας, τηλεφωτογραφικός φακός, ευρυγώνιος φακός, φακός μεταβλητής εστίασης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης lens

φακός

noun (of camera)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Harry bought a new lens for his camera before his trip.
Ο Χάρυ αγόρασε έναν καινούριο φακό για τη φωτογραφική του πριν από το ταξίδι του.

φακός

noun (of spectacles)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φακός

noun (lenses of telescope, microscope)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The telescope's lens was made up of a series of 8 separate lenses.
Ο φακός του τηλεσκοπίου ήταν φτιαγμένος από μια σειρά 8 μεμονωμένων φακών.

φακός

noun (of eye)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

οπτική

noun (figurative (perspective)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Dan looked at the problem through a different lens to try to find a creative solution.

φακός

noun (electron lens)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The microscope directed electrons toward a magnetic lens that then focused them into a beam.

φακός επαφής

noun (usually plural (corrective lenses worn in the eyes) (συχνά πληθυντικός)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Marc is wearing glasses today because he lost a contact lens.

φακοί επαφής

plural noun (informal, abbreviation (contact lenses)

Bree has striking eyes, but the truth is that she wears green contacts.
Η Μπρη έχει εντυπωσιακά μάτια, η αλήθεια είναι όμως πως φοράει πράσινους φακούς επαφής.

κυρτός φακός

noun (optical glass)

A magnifying glass uses a convex lens to make objects appear larger.
Ο μεγεθυντικός φακός λειτουργεί με έναν κυρτό φακό που κάνει τα αντικείμενα να φαίνονται μεγαλύτερα.

φακός fisheye

noun (convex, very wide-angle lens)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Using a fisheye lens makes mediocre skateboarders look great.

φακός fresnel

noun (photography: lens) (φωτογραφία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μεγεθυντικός φακός

noun (magnifying glass)

κάλυμμα φακού κάμερας

noun (protective cap for a camera lens)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He couldn't take the photo properly because the lens cover was still on.

τηλεφωτογραφικός φακός

noun (magnifying camera lens)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The photographer accidentally dropped his most expensive telephoto lens in the lake.

ευρυγώνιος φακός

noun (photography: lens encompassing wide view)

φακός μεταβλητής εστίασης

noun (adjustable camera lens that magnifies)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I used the zoom lens on my camera to take pictures of the UFO.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του lens στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του lens

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.