Τι σημαίνει το monter στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης monter στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του monter στο Γαλλικά.

Η λέξη monter στο Γαλλικά σημαίνει αυξάνομαι, συναρμολογώ, τοποθετώ, μοντάρω, ιππεύω, αυξάνομαι, ανεβαίνω, παίρνω ύψος, σκαρφαλώνω, ανεβαίνω, καβαλάω, καβαλώ, καβαλικεύω, ανηφορίζω, ανεβαίνει η στάθμη, στήνω, μοντάρω, ανεβαίνω, ιππεύω, σηκώνομαι, ανεβαίνω, ανέρχομαι, μπαίνω μέσα, ανεβαίνω, ανεβαίνω, ανεβαίνω, κορυφώνομαι, μπαίνω, βουρκώνω, δακρύζω, συναρμολογώ, ιππεύω σε αγώνες, αυξάνομαι, ανεβάζω, στήνω, αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι, ανεβάζω, μπαίνω, τοποθετώ, κορνιζάρω, αναβλύζω, αναβρύζω, συναρμολογώ, συναρμολογώ, αυξάνομαι, στήνω, δένω, διοργανώνω, στήνω, στήνω, διεξάγω, πραγματοποιώ, ανεβαίνω, ανέρχομαι, ανεβαίνω σε κτ, σκαρφαλώνω σε κτ, παραφουσκώνω, ξεκινώ, αρχίζω, ανηφορικά, δυναμώνω, καβαλάω, καβαλώ, σκαρφαλώνω, είμαι καβάλα σε κτ, μεθυστικός, ιππασία, εκφράζω έντονα τη γνώμη μου, φτιάχνω πρόχειρα, ανεβαίνω, χοροπηδώ, τη φέρνω σε κπ, συσπειρώνομαι, ανεβαίνω κτ γρήγορα, πατώ, πατάω, θέλει να βγει στη σκηνή, αυτοσυναρμολογούμενος, μέχρι τη μέση, πάνω, επάνω, βόλτα στους ώμους, το να σηκώνω κάποιον στην πλάτη μου, σανίδι, παίρνω κπ στους ώμους μου, ξεμυαλίζω, κοιτάζω αφ' υψηλού, κάνω ιππασία, πάω για ιππασία, ερμηνεύω ρόλο, εκπληρώνω, εκτελώ, κάνω ιππασία, ανεβάζω το ποσό της πλειοδοσίας, ανεβάζω την τιμή προσφοράς, μπαίνω στον αγώνα, μεγαλοποιώ, ανεβαίνω στην κλίμακα της ιεραρχίας, δίνω παράσταση, ανεβαίνω στο θρόνο, ξεκαβαλικεύω, κλιμακώνομαι, οξύνομαι, μηχανορραφώ, δολοπλοκώ, ραδιουργώ, επιβιβάζομαι στο τρένο, επιβιβάζομαι στο τραίνο, λαμβάνω επιπλέον εκπαίδευση, ανεβαίνω, εκτινάσσομαι, φρουρώ, περιφρουρώ, καβαλάω, ιππεύω, καβαλικεύω, καβαλάω, σκαρφαλώνω πάνω σε, μπαίνω σε, ανεβαίνω στην ιεραρχία, ρίχνω τους πρώτους πόντους, μπαίνω σε, υψώνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης monter

αυξάνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
L'air chaud monte.
Η ζέστη αυξάνεται.

συναρμολογώ

verbe transitif (des objets)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Christina était fière d'avoir monté la commode toute seule.
Η Χριστίνα ήταν υπερήφανη που συναρμολόγησε τη συρταριέρα μόνη της.

τοποθετώ

(une pièce, une exposition)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ο επιμελητής τοποθέτησε το κόσμημα στην είσοδο του μουσείου.

μοντάρω

verbe transitif (sur un support)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
George a monté la photo et l'a mise dans un cadre.
Ο Τζωρτζ μόνταρε την φωτογραφία και την έβαλε σε κορνίζα.

ιππεύω

verbe intransitif (Équitation)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Elle adore monter, elle a son propre cheval.
Της αρέσει να κάνει ιππασία και έχει δικό της άλογο.

αυξάνομαι

(tension)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La pression est montée dans le réservoir d'air.
Η πίεση αυξήθηκε στη δεξαμενή αερίου.

ανεβαίνω

verbe intransitif (marée)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La marée monte.

παίρνω ύψος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
L'avion monta (or: prit de l'altitude) après le décollage.

σκαρφαλώνω

verbe transitif (με δυσκολία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le vieil homme montait lentement les escaliers.

ανεβαίνω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Avant de pouvoir descendre dans la vallée, nous devons encore monter (or: grimper).
Ακόμα πρέπει να ανεβούμε πριν μπορέσουμε να κατεβούμε στην κοιλάδα.

καβαλάω, καβαλώ, καβαλικεύω

(un cheval)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le chevalier a monté le cheval.
Ο ιππότης ανέβηκε στο άλογο.

ανηφορίζω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le sentier monte (or: grimpe) à partir d'ici.
Το μονοπάτι γίνεται ανηφορικό από εδώ και πέρα.

ανεβαίνει η στάθμη

verbe intransitif (rivière, fleuve)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Quand la neige fond, la rivière monte (or: grossit).
Όταν λιώνουν τα χιόνια, συχνά φουσκώνει το ποτάμι.

στήνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le général a monté les canons sur les murs.

μοντάρω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ανεβαίνω

verbe intransitif (prix,...)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Les cours boursiers ont augmenté de 2 % aujourd'hui.
Το χρηματιστήριο ανέβηκε κατά 2% σήμερα.

ιππεύω

verbe transitif (Équitation)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le jockey chevauchait (or: montait) son cheval préféré.
Ο τζόκεϊ ίππευε το αγαπημένο του άλογο.

σηκώνομαι, ανεβαίνω, ανέρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Elle a toujours très peur de monter sur une échelle.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Το μπαλόνι σηκώθηκε στον αέρα.

μπαίνω μέσα

On part à la plage. Si tu veux venir, monte (or: grimpe).

ανεβαίνω

verbe intransitif (dans un véhicule)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Quand le bus pour la plage est finalement arrivé, nous sommes montés.

ανεβαίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ο καπνός από την καμινάδα ανέβηκε στον ουρανό.

ανεβαίνω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Elle te plaît ma moto ? Monte, je t'emmène faire un tour.

κορυφώνομαι

verbe intransitif (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

μπαίνω

verbe intransitif (dans un véhicule)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'ai ouvert la porte et je suis monté.
Άνοιξα την πόρτα και μπήκα.

βουρκώνω, δακρύζω

verbe intransitif (larmes) (μάτια)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Les larmes montèrent aux yeux de Tina quand elle entendit la nouvelle.
Δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια της Τίνας όταν έμαθε τα νέα.

συναρμολογώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
J'ai monté une étagère à partir de planches et de briques.
Συναρμολόγησα ένα ράφι με σανίδες και τσιμεντόλιθους.

ιππεύω σε αγώνες

verbe intransitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Samantha choisit son cheval préféré quand elle monte.

αυξάνομαι

(sentiment)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ανεβάζω

verbe transitif (un spectacle) (θεατρικό, παράσταση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le théâtre du coin monte une production de Hamlet.
Ανεβάζουν μια παραγωγή του «Άμλετ» στη θεατρική σκηνή της περιοχής.

στήνω

verbe transitif (σκηνή, σκάλα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les scouts ont monté leur tente dès qu'ils sont arrivés sur le campement. Cette entreprise de construction monte un nouvel immeuble près de la rivière.
Οι πρόσκοποι έστησαν τη σκηνή τους, μόλις έφθασαν στο χώρο της κατασκήνωσης. Η κατασκευαστική εταιρεία κτίζει μια καινούργια πολυκατοικία δίπλα στον ποταμό.

αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι

verbe intransitif (σταδιακά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La musique commence à monter en intensité.

ανεβάζω

verbe transitif (un spectacle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La troupe de théâtre a monté une comédie l'automne dernier.

μπαίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Les quelques derniers passagers sont montés et le bus est parti.

τοποθετώ

verbe transitif (une porte) (πόρτα σε μεντεσέδες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les menuisiers montèrent la porte sur ses gonds.

κορνιζάρω

verbe transitif (sur un support)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αναβλύζω, αναβρύζω

verbe intransitif (eau)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La petite fille creusa un trou dans le sable et regarda l'eau remonter dedans.
Το κοριτσάκι έσκαψε μια τρύπα στην άμμο και έβλεπε το νερό να αναβλύζει.

συναρμολογώ

(des éléments)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συναρμολογώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
J'ai acheté une balançoire à mon fils et j'ai dû la monter dans le jardin hier.
Αγόρασα για τον γιο μου ένα σετ με κούνιες και χρειάστηκε να το συναρμολογήσω στην αυλή χθες.

αυξάνομαι

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Avec l'amélioration du marché, le prix des actions va monter.
Με την ανάκαμψη της οικονομίας, θα αυξηθούν και οι τιμές των μετοχών.

στήνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il pleuvait à torrents et Wendy a réalisé qu'elle devrait monter (or: installer) un abri pour se protéger.
Έβρεχε πολύ και η Γουέντι συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να κατασκευάσει (or: φτιάξει) κάτι για να μπει από κάτω και να προστατευτεί από τη βροχή.

δένω

verbe transitif (Joaillerie)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le joaillier a monté (or: a serti) la pierre sur la monture.

διοργανώνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La communauté monte (or: organise) un festival chaque année.

στήνω

verbe transitif (une tente)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les campeurs ont décidé de monter (or: planter) leur tente près du ruisseau.

στήνω

(ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il a monté une tente entre deux arbres.

διεξάγω, πραγματοποιώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'armée est prête à effectuer une invasion demain.

ανεβαίνω, ανέρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il peut être de plus en plus difficile à respirer au fur et à mesure que l'on s'élève en ballon.
Η αναπνοή δυσκολεύει καθώς ανεβαίνουμε (or: ανερχόμαστε) με το αερόστατο.

ανεβαίνω σε κτ, σκαρφαλώνω σε κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Η γάτα σκαρφάλωσε στο δέντρο.

παραφουσκώνω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'entreprise a augmenté son chiffre d'affaires.

ξεκινώ, αρχίζω

(une réunion, un match,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le président a démarré la réunion.

ανηφορικά

(σε πλαγιά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

δυναμώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu peux mettre la musique plus fort en tournant ce bouton.

καβαλάω, καβαλώ

(Équitation)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les filles adorent monter à cheval.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Έχεις ξανακαβαλήσει πόνυ, ή είναι η πρώτη σου φορά;

σκαρφαλώνω

(dans un arbre,...) (κάτι ή σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il est monté (or: a grimpé) dans l'arbre.
Σκαρφάλωσε στο δέντρο.

είμαι καβάλα σε κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Son fils aime monter sur ses épaules.

μεθυστικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ιππασία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Un de mes activités préférées en été était de faire de l'équitation.
Μία από τις αγαπημένες μου καλοκαιρινές δραστηριότητες ήταν η ιππασία.

εκφράζω έντονα τη γνώμη μου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φτιάχνω πρόχειρα

ανεβαίνω, χοροπηδώ

(un véhicule)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Quand je vais en ville, je prends généralement un bus plutôt que la voiture.
Όταν πάω στο κέντρο της πόλης, συνήθως ανεβαίνω σε λεωφορείο αντί να πάρω το αμάξι. Ανέβα στην πλάτη μου, θα σε κουβαλήσω ως το σχολείο.

τη φέρνω σε κπ

(familier) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Quand il n'est pas revenu avec les marchandises j'ai su que j'avais été roulé.

συσπειρώνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le serpent s'enroula sur lui-même, prêt à attaquer.
Το φίδι κουλουριάστηκε έτοιμο να επιτεθεί.

ανεβαίνω κτ γρήγορα

L'infanterie a grimpé la colline à la rencontre de l'ennemi.
Το πεζικό ανέβηκε γρήγορα τον λόφο για να αντιμετωπίσει την επίθεση.

πατώ, πατάω

(les planches,...)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le soir de la première, de nombreux acteurs fouleront les planches pour la première fois.

θέλει να βγει στη σκηνή

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αυτοσυναρμολογούμενος

locution adjectivale

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μέχρι τη μέση

locution verbale (liquide) (για υγρά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La rivière arrive à la taille (or: monte jusqu'à la taille) ici.

πάνω, επάνω

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Va en haut et range ta chambre.
Πήγαινε επάνω και καθάρισε το δωμάτιό σου.

βόλτα στους ώμους

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La petite fille est montée sur le dos de son grand frère.

το να σηκώνω κάποιον στην πλάτη μου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σανίδι

locution verbale (Théâtre, figuré)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cette actrice rêvait de monter sur les planches depuis son enfance.

παίρνω κπ στους ώμους μου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξεμυαλίζω

locution verbale (figuré, familier)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Son tube lui est monté à la tête et maintenant, il est invivable.

κοιτάζω αφ' υψηλού

(arrogance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je sais que tu penses que j'ai tort, mais ce n'est pas la peine de prendre des airs supérieurs.

κάνω ιππασία, πάω για ιππασία

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ερμηνεύω ρόλο, εκπληρώνω, εκτελώ

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu es tellement drôle : tu devrais monter sur scène.

κάνω ιππασία

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Les touristes qui séjournent au ranch auront l'occasion de faire de l'équitation.

ανεβάζω το ποσό της πλειοδοσίας

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Deux collectionneurs privés rivaux ont fait monter les enchères jusqu'à atteindre des prix exorbitants.
Δυο ανταγωνιζόμενοι ιδιωτικοί συλλέκτες ανέβασαν το ποσό της πλειοδοσίας σε γελοία επίπεδα.

ανεβάζω την τιμή προσφοράς

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μπαίνω στον αγώνα

locution verbale (Régionalisme)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Les filles, l'heure est venue de monter sur le terrain et de leur montrer que nous savons jouer au football.

μεγαλοποιώ

verbe transitif (figuré)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ανεβαίνω στην κλίμακα της ιεραρχίας

locution verbale (figuré)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Il était déterminé à gravir les échelons et à devenir le président de la société un jour.

δίνω παράσταση

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Les enfants aiment bien jouer des spectacles devant leurs amis.

ανεβαίνω στο θρόνο

verbe intransitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le prince Charles sera normalement le prochain à monter sur le trône après la reine Élisabeth II.

ξεκαβαλικεύω

(arrogance) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κλιμακώνομαι, οξύνομαι

(καυγάς)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
L'article critique du journal a intensifié la dispute.
Το επικριτικό άρθρο της εφημερίδας έκανε τη διαμάχη να οξυνθεί.

μηχανορραφώ, δολοπλοκώ, ραδιουργώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

επιβιβάζομαι στο τρένο, επιβιβάζομαι στο τραίνο

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λαμβάνω επιπλέον εκπαίδευση

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ανεβαίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
L'avion a accéléré sur la piste et est monté en flèche (or: s'est envolé).
Το αεροσκάφος κινήθηκε με ταχύτητα στον αεροδιάδρομο και υψώθηκε στον αέρα.

εκτινάσσομαι

locution verbale

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Achète autant que tu le peux maintenant car les prix vont grimper (or: monter) en flèche cet été.
Αγόρασε όσο πιο πολλά μπορείς τώρα επειδή το καλοκαίρι οι τιμές θα εκτιναχθούν.

φρουρώ, περιφρουρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καβαλάω

(sur un cheval)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jack est monté sur son cheval puis est parti.

ιππεύω, καβαλικεύω, καβαλάω

(animaux)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sais-tu monter à cheval ?
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Θα καβαλικεύσω την καμήλα.

σκαρφαλώνω πάνω σε

(σε κάποιον, σε κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Emma est monté sur le cheval et a donné un petit coup avec les rênes, mais le cheval n'a pas bougé.
Η Έμμα ανέβηκε στο άλογο και τίναξε τα γκέμια αλλά το άλογο δεν κουνήθηκε.

μπαίνω σε

ανεβαίνω στην ιεραρχία

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Η Σάρα ανέβηκε στην ιεραρχία και τώρα είναι διευθύντρια πωλήσεων.

ρίχνω τους πρώτους πόντους

locution verbale (Tricot) (πλέξιμο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μπαίνω σε

(όχημα)

Allez, les enfants, montez (dans la voiture), on y va !

υψώνω

verbe transitif (Informatique)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του monter στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του monter

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.