Τι σημαίνει το original στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης original στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του original στο Αγγλικά.

Η λέξη original στο Αγγλικά σημαίνει πρωτότυπο, πρωτότυπο, πρωτότυπο, πρωτότυπος, πρωτότυπος, γνήσιος, αυθεντικός, πρωτότυπος, αρχικός, πρώτος, πρωτότυπος, πρότυπο, πρωτότυπο έργο τέχνης, αυθεντικό έργο τέχνης, πρωτότυπο έργο τέχνης, πρωτότυπη τέχνη, αρχική κατάσταση, αρχική κατάσταση, πρωτότυπο έργο, αυθεντικό έργο, πρωτότυπο έργο, αυθεντικό έργο, πρωτότυπο, αρχική ακρόαση, πρώτη ακρόαση, προπατορικό αμάρτημα, αρχική έκδοση, αρχική έκδοση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης original

πρωτότυπο

noun (source)

Sometimes it can be hard to tell a copy from the original.
Μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το αντίγραφο από το πρωτότυπο.

πρωτότυπο

noun (primary work)

I have just read an abridged novel, but I prefer the original.
Μόλις διάβασα ένα μυθιστόρημα σε συντομευμένη έκδοση, αλλά προτιμώ το πρωτότυπο.

πρωτότυπο

noun (object of picture)

The portrait did justice to the original.
Το πορτραίτο είναι αντάξιο του πρωτοτύπου.

πρωτότυπος

adjective (new, different)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The editors liked the story because it was original.
Στους εκδότες άρεσε η ιστορία επειδή ήταν πρωτότυπη.

πρωτότυπος

adjective (source)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Make copies of the original document.
Βγάλε αντίγραφα του πρωτότυπου εγγράφου.

γνήσιος, αυθεντικός

adjective (authentic)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The expert confirmed that the painting was an original Picasso.
Ο ειδικός επιβεβαίωσε πως ο πίνακας ήταν ένας γνήσιος Πικάσσο.

πρωτότυπος

adjective (imaginative)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He brought an original style of thinking to the long-established group.
Έφερε έναν πρωτότυπο τρόπο σκέψης στην ομάδα που συνεργάζεται χρόνια.

αρχικός, πρώτος

adjective (first)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The Maori were the original inhabitants of New Zealand.
Οι Μαορί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Νέας Ζηλανδίας.

πρωτότυπος

adjective (own)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Having copied the storyline he could not claim the tale as his original work.
Έχοντας αντιγράψει την πλοκή, δεν μπορούσε να ισχυρισθεί πως η ιστορία ήταν δική του δουλειά.

πρότυπο

noun (unique person)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There have been many rock stars, but Elvis Presley was a true original.

πρωτότυπο έργο τέχνης, αυθεντικό έργο τέχνης

noun (artwork: not duplicated) (όχι αντίγραφο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρωτότυπο έργο τέχνης

noun (artwork: not copied from [sth] else)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρωτότυπη τέχνη

noun (artwork: new and unusual approach) (τεχνική)

αρχική κατάσταση

noun (natural or first state)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After the quarry was filled in, the developers had promised to restore the land to its original condition.

αρχική κατάσταση

noun (quality of being as new)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The book had never been removed from the shrink wrapping, and was in original condition.

πρωτότυπο έργο, αυθεντικό έργο

noun (artwork: not a replica or a fake) (όχι αντίγραφο)

πρωτότυπο έργο, αυθεντικό έργο

noun (source from which reproductions are made)

πρωτότυπο

noun (master copy of [sth] written or printed) (γραπτό κείμενο)

αρχική ακρόαση, πρώτη ακρόαση

noun (law: first session in court) (σε δικαστήριο)

προπατορικό αμάρτημα

noun (Christianity: human failing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Eve giving in to the serpent's temptation is a metaphor for original sin.

αρχική έκδοση

noun (film: native-language version)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The cinema screened the film in its original version.

αρχική έκδοση

noun (first version of [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I prefer the original version of the movie.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του original στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του original

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.