Τι σημαίνει το live στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης live στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του live στο Αγγλικά.

Η λέξη live στο Αγγλικά σημαίνει ζω, μένω, ζω, ζω, ζω, ζω, ζωντανός, ζωντανός, ζωντανά, αναμμένος, πυρωμένος, ενεργός, ηλεκτροφόρος, ζωντανός, ζωντανός, ζωντανά, ζω, επιβιώνω, ζω, ζω, κάνω, βιώνω, ζω, ακολουθώ, κάνω, ζω χωριστά, ζω χώρια, ακολουθώ στη ζωή μου, ξεπερνώ, κπ/κτ είναι ο λόγος της ύπαρξής μου, ζω στο χώρο εργασίας, ζω με κτ, ζω με κτ, ζω από κτ, παραμένω ζωντανός, ζω όλο μου τον χρόνο, ζω σε δικό μου χώρο, μένω σε δικό μου χώρο, κάνω πραγματικότητα, ανταποκρίνομαι σε κτ, βγαίνω στον αέρα, ζω μόνος, ζω για κτ, ζω και αναπνέω για κτ, όσο ζω μαθαίνω, κοιτάω τη δουλειά μου και δεν ασχολούμαι με τους άλλους, ζούμε σαν αντρόγυνο, ζούμε σαν παντρεμένο ζευγάρι, ζούμε σαν παντρεμένος, ζω σε/στο, ζωντανή μετάδοση, επιβιώνω με κτ, τα βγάζω πέρα χάρη στην επινοητικότητά μου, συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα/επικίνδυνα, ζω για το σήμερα, ζω για τη στιγμή, ζω για πάντα, είμαι αθάνατος, αντέχω/κρατάω για πάντα, τα βγάζω πέρα ίσα-ίσα, ζω επικίνδυνα και παρακμιακά, ξεπέφτω, κάνω μεγάλη ζωή, συνυπάρχω αρμονικά, ζω ειρηνικά, ζω στη φτώχεια/ένδεια, συζώ, το ρίχνω έξω, το ρίχνω έξω, το καίω, ζωντανή μουσική, ο χρόνος μου είναι μετρημένος, ζω τρεφόμενος μόνο με, ζω στα άκρα, μένω μόνος μου, ζωντανή εκτέλεση, ζωντανή εκπομπή, live show, ζω απλά/απλοΐκά, ζω τη μεγάλη ζωή, ζω στην πολυτέλεια, υπομένω, υφίσταμαι, αντέχω, το υπομένω, το υφίσταμαι, στήλη ζωντανής ενημέρωσης, συζώ, ικανοποιώ τις προσδοκίες, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες, ζω άνετα, ηλεκτροφόρο καλώδιο, μέσα στην ενέργεια, ζω με, συγκατοικώ με, αποδέχομαι, υπομένω, ζω χωρίς, εσωτερικός, ζήτω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης live

ζω, μένω

intransitive verb (reside)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Luca lives on the second floor.
Ο Λουκάς ζει (or: μένει) στον δεύτερο όροφο.

ζω

intransitive verb (manage your life)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Two full time jobs is no way to live.

ζω

intransitive verb (be alive)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The king is not dead! He lives!
Ο βασιλιάς δεν είναι νεκρός! Ζει (or: Είναι ζωντανός)!

ζω

intransitive verb (remain alive)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Yes, he still lives. He must be ninety years old.
Ναι, ζει ακόμα. Πρέπει να είναι ενενήντα ετών.

ζω

intransitive verb (exist)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cockroaches have lived for millions of years.
Οι κατσαρίδες ζουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

ζωντανός

adjective (living)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We bought live crabs for dinner.
Αγοράσαμε ζωντανά καβούρια για το δείπνο.

ζωντανός

adjective (broadcast: direct)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Is this broadcast live or pre-recorded?
Αυτή η μετάδοση είναι ζωντανή (or: λάιβ) ή μαγνητοσκοπημένη;

ζωντανά

adverb (perform: in front of people)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The comedian loved performing live.
Στον κωμικό άρεσε πολύ να δίνει παραστάσεις ζωντανά (or: λάιβ).

αναμμένος, πυρωμένος

adjective (coals: burning)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Don't touch the coals from the fire; they are still live.
Μην αγγίζετε τα κάρβουνα από τη φωτιά. Είναι ακόμα αναμμένα (or: πυρωμένα).

ενεργός

adjective (weapons) (επίσημο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
In training, the army uses blanks instead of live ammunition.
Στην εκπαίδευση, ο στρατός χρησιμοποιεί άσφαιρα και όχι αληθινά πυρά.

ηλεκτροφόρος

adjective (electrical: with current)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Don't touch the wires; they are still live with electricity.

ζωντανός

adjective (sports: in play) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The ball was still live because it had not gone out of bounds.
Η μπάλα ήταν ακόμα ζωντανή, γιατί δεν είχε βγει εκτός γηπέδου.

ζωντανός

adjective (audience: present at performance) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The comedian loved performing in front of a live audience.
Στον κωμικό άρεσε πολύ να δίνει παραστάσεις μπροστά σε ζωντανό κοινό.

ζωντανά

adverb (broadcast: direct) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We are broadcasting live from the scene of the protest.
Εκπέμπουμε ζωντανά από την περιοχή των διαδηλώσεων.

ζω, επιβιώνω

intransitive verb (subsist)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Many people around the world live on less than a dollar per day.
Πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ζουν (or: επιβιώνουν) με λιγότερο από ένα δολάριο τη μέρα.

ζω

intransitive verb (enjoy life) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You can't work all your life; you have to live!
Δεν μπορείς να δουλεύεις όλη σου τη ζωή. Πρέπει και να ζήσεις!

ζω, κάνω

intransitive verb (live in some manner)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Many monks live a Spartan life.
Πολλοί μοναχοί διάγουν σπαρτιάτικη ζωή.

βιώνω, ζω

transitive verb (experience)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He still lives the war in his imagination.
Βιώνει (or: Ζει) ακόμα τον πόλεμο με τη φαντασία του.

ακολουθώ, κάνω

transitive verb (way of life) (τρόπος ζωής)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He lives a moral life, as he speaks a moral life.
Ζει ηθικά, όπως υποστηρίζει και με τα λόγια του.

ζω χωριστά, ζω χώρια

phrasal verb, intransitive (not cohabit)

They are still married, but they live apart, in different towns.

ακολουθώ στη ζωή μου

phrasal verb, transitive, inseparable (take as a rule for life)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Never give up is a good rule to live by if you hope to have success in life. .

ξεπερνώ

phrasal verb, transitive, separable (informal (embarrassment: get over) (εξευτελιστικό γεγονός)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His friends ensured that he could never live down the day he accidentally wore his sister's pants.

κπ/κτ είναι ο λόγος της ύπαρξής μου

phrasal verb, transitive, inseparable (take as one's reason for living)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ζω στο χώρο εργασίας

phrasal verb, intransitive (reside in your workplace)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The hotel staff live in so they don't have to travel home after work.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου ζει στον χώρο εργασίας του, οπότε δεν χρειάζεται να πηγαίνουν σπίτι μετά τη δουλειά.

ζω με κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (survive on, be supported by)

The widow lives off her late husband's pension and Social Security checks.
Η χήρα ζει με τη σύνταξη και τις επιταγές Κοινωνικής Ασφάλισης του εκλιπόντος συζύγου της.

ζω με κτ, ζω από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (use for money)

My mother gives me a monthly allowance but I couldn't live on just that.
Η μητέρα μου μού δίνει ένα μηνιαίο βοήθημα, αλλά δεν θα μπορούσα να ζω μόνο με αυτό.

παραμένω ζωντανός

phrasal verb, intransitive (continue to exist indefinitely)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Although a great performer has died today, his memory will live on.
Αν και σήμερα πέθανε ένας εξαιρετικός ηθοποιός, θα παραμείνει ζωντανός στις σκέψεις μας.

ζω όλο μου τον χρόνο

phrasal verb, transitive, inseparable (live for the duration of)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She lived out her last years in the same small town.
Έζησε όλα της τα τελευταία χρόνια στην ίδια μικρή πόλη.

ζω σε δικό μου χώρο, μένω σε δικό μου χώρο

phrasal verb, intransitive (US (domestic, etc; not reside in house of employer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Granddad's caregiver lives out, but she spends 12 hours a day at his home.

κάνω πραγματικότητα

phrasal verb, transitive, inseparable (enact, fulfill)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He urged his students to live out their dreams.
Παρότρυνε τους μαθητές του να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα.

ανταποκρίνομαι σε κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (informal (be as good as)

She made every effort to live up to her ideals.
Κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να ανταποκριθεί στα ιδεώδη της.

βγαίνω στον αέρα

intransitive verb (be broadcast directly, go on air)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The new website went live last week.

ζω μόνος

intransitive verb (not cohabit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After many years of flat-sharing, it is a luxury to live alone.

ζω για κτ, ζω και αναπνέω για κτ

verbal expression (figurative (be passionately interested in [sth]) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When I was a teenager I lived and breathed ballet. Her boyfriend lives and breathes football; nothing else seems to interest him.
Όταν ήμουν έφηβη, ζούσα για το μπαλέτο. Το αγόρι της ζει για το ποδόσφαιρο, δε μοιάζει να τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο.

όσο ζω μαθαίνω

verbal expression (gain knowledge and experience)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Live and learn is my motto; we all learn from our own mistakes. I never knew that was possible! Well, you live and learn.

κοιτάω τη δουλειά μου και δεν ασχολούμαι με τους άλλους

verbal expression (be tolerant of others)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Those two men used to fight a lot, but now they have decided to live and let live.

ζούμε σαν αντρόγυνο, ζούμε σαν παντρεμένο ζευγάρι, ζούμε σαν παντρεμένος

verbal expression (cohabit as a couple) (εγώ και κάποιος άλλος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They might as well be married; they've been living for years as husband and wife.

ζω σε/στο

(reside at)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
George lives at his mom's house because he is not able to afford an apartment for himself yet.

ζωντανή μετάδοση

noun (media broadcasted in real time)

επιβιώνω με κτ

(use for survival)

τα βγάζω πέρα χάρη στην επινοητικότητά μου

verbal expression (earn living by ingenuity) (θετική έννοια)

συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα/επικίνδυνα

verbal expression (informal, figurative (behave recklessly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ζω για το σήμερα, ζω για τη στιγμή

verbal expression (informal, figurative (make the most of the moment)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ζω για πάντα, είμαι αθάνατος

verbal expression (be immortal, never die)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αντέχω/κρατάω για πάντα

verbal expression (figurative (be enduring)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Classic movies like "Casablanca" will live forever in the hearts of movie-goers. Elvis died years ago but to the fans who still listen to his music, he will live forever.

τα βγάζω πέρα ίσα-ίσα

verbal expression (be poor) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Though they appeared wealthy, they actually lived from hand to mouth.

ζω επικίνδυνα και παρακμιακά, ξεπέφτω

verbal expression (informal (behave recklessly and decadently)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rock stars are known for living hard and dying young.

κάνω μεγάλη ζωή

verbal expression (live extravagantly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They lived high while in Thailand because everything was so cheap there.
Έκαναν μεγάλη ζωή στην Ταϊλάνδη, γιατί τα πάντα εκεί ήταν πολύ φτηνά.

συνυπάρχω αρμονικά, ζω ειρηνικά

verbal expression (coexist harmoniously)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Can't you just live in peace with your neighbors?

ζω στη φτώχεια/ένδεια

verbal expression (be very poor)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Half the world lives in poverty while the other half throws away good food.

συζώ

verbal expression (unmarried couple: live together) (για ζευγάρι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jacob and Polly aren't married; they're living in sin.

το ρίχνω έξω

verbal expression (slang (lead hedonistic life) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Live it up while you are still young and beautiful.

το ρίχνω έξω, το καίω

verbal expression (slang (celebrate extravagantly) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's all right to live it up once in a while; a few beers won't hurt you.

ζωντανή μουσική

noun (performance by musicians)

There's something special about seeing live music instead of just listening to a recording.

ο χρόνος μου είναι μετρημένος

verbal expression (figurative (have limited time left)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you continue to smoke, soon you'll be living on borrowed time.

ζω τρεφόμενος μόνο με

verbal expression (have [sth] as only sustenance) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Man cannot live on bread alone.

ζω στα άκρα

verbal expression (informal, figurative (take risks) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Louise likes to take risks and live on the edge.

μένω μόνος μου

verbal expression (not share one's accommodation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After living on his own for many years, he has moved back in with his parents.

ζωντανή εκτέλεση

noun (before an audience)

The band gave a live performance of their new song.

ζωντανή εκπομπή

noun (tv, radio: live broadcast)

I prefer edited programs rather than live shows.

live show

noun (stage: live performance)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
This tape was recorded at his live show in New York.

ζω απλά/απλοΐκά

verbal expression (avoid extravagant spending)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you lived simply you wouldn't have to work such long hours.

ζω τη μεγάλη ζωή, ζω στην πολυτέλεια

verbal expression (informal (have a luxurious lifestyle) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ever since he won the lottery he's been living the high life.

υπομένω, υφίσταμαι, αντέχω

transitive verb (experience or endure)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Our grandparents lived through the War and know what it is like to lose everything.

το υπομένω, το υφίσταμαι

verbal expression (US (experience or endure [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Don't worry - times are hard because of the recession but you'll live through it.

στήλη ζωντανής ενημέρωσης

noun (scrolling news bulletin)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

συζώ

(cohabit) (ζευγάρι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
A year after they started dating, they decided to live together.

ικανοποιώ τις προσδοκίες

verbal expression (be as good as anticipated)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I fear I will never live up to my parents' expectations.

ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες

verbal expression (figurative (be as good as expected)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Let's hope their new player lives up to his billing and scores a few goals!

ζω άνετα

verbal expression (be comfortably well off)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We're not rich, but we live well.

ηλεκτροφόρο καλώδιο

noun (cable carrying electricity)

CAUTION: LIVE WIRES OVERHEAD. Always assume that a fallen wire is a live wire.
ΠΡΟΣΟΧΗ: ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΗΛΕΚΤΡΟΦΟΡΑ ΚΑΛΩΔΙΑ. Πάντα να υποθέτεις ότι ένα πεσμένο καλώδιο είναι ηλεκτροφόρο.

μέσα στην ενέργεια

noun (figurative (lively, outgoing person) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That kid is such a live wire! He never stays still!

ζω με, συγκατοικώ με

(share a home)

I once lived with someone who would never wash the dishes.
Κάποτε ζούσα με κάποιον που δεν έπλενε ποτέ τα πιάτα.

αποδέχομαι, υπομένω

(accept or endure: [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His disease is incurable - he'll just have to live with it.

ζω χωρίς

(be deprived of: [sth] or [sb])

εσωτερικός

adjective (residing in your workplace)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My mother is disabled and has to have a live-in carer.

ζήτω

expression (cheer in support)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
The crowd shouted with one voice: "Long live the king!".

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του live στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του live

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.