Τι σημαίνει το pipe στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pipe στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pipe στο Αγγλικά.

Η λέξη pipe στο Αγγλικά σημαίνει σωλήνας, αγωγός, πίπα, αυλός, γκάιντα, αυλός, παίζω, διοχετεύω, στριγκλίζω, χαλκοσωλήνας, σωλήνας αποχέτευσης, σωλήνας διάτρησης, σωλήνας εξάτμισης, αγωγός αέριου, κεκλιμένη ράμπα, αυλός οργάνου, σωλήνας υπερχείλισης, αγωγός υπερχείλισης, σύριγγα, πίπα της ειρήνης, αυτοσχέδια βόμβα, καθαριστής πίπας, κάνω ησυχία, μιλάω πιο σιγά, ησυχία!, ήσυχα!, χίμαιρα, ουτοπία, ονειροπολώ, εγκατάσταση σωληνώσεων, εκκλησιαστικό όργανο, ένθετο σωλήνα, ταυ, μιλώ, λέω την άποψη μου, κάβουρας, λευκός πηλός από τον οποίο φτιάχνονται πίπες, επεξεργάζομαι με λευκό πηλό, τεχνικός που εγκαθιστά σωληνώσεις, διαπασών, σωλήνας αναρρόφησης, σωλήνας αποχέτευσης, αγωγός, σωλήνας νερού, αργιλές, τραχεία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pipe

σωλήνας, αγωγός

noun (tube)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A pipe connected the tap to the mains.
Ένας σωλήνας συνέδεε τη βρύση με τον κεντρικό αγωγό.

πίπα

noun (smoking)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sonia's grandfather smokes a pipe.
Ο παππούς της Σόνιας καπνίζει μια πίπα.

αυλός

noun (musical instrument)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The Pied Piper of Hamlin played a pipe to make the rats follow him out of town.

γκάιντα

noun (informal, abbreviation (bagpipes)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Alastair plays the pipes.

αυλός

noun (organ tube)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The pipes on this organ are enormous.

παίζω

transitive verb (music: play on a pipe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The piper piped a tune.

διοχετεύω

transitive verb (water, oil)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Water is piped from the tap to the greenhouse.

στριγκλίζω

transitive verb (speak in a high-pitched voice)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
"Is that the best you can do?" he piped.

χαλκοσωλήνας

noun (red-brown metal tubing)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The water was not flowing because there was a kink in the new copper pipe.

σωλήνας αποχέτευσης

noun (pipe that excess water flows into)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The garden floods when it rains because the drainage pipe's blocked.
Ο κήπος πλημμυρίζει όταν βρέχει γιατί ο σωλήνας της αποχέτευσης έχει βουλώσει.

σωλήνας διάτρησης

noun (drilling)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σωλήνας εξάτμισης

noun (vehicle's gas outlet)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Did you know your exhaust pipe's fallen off?

αγωγός αέριου

noun (tube, pipeline that transports gas)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κεκλιμένη ράμπα

noun (ramp for skate-boarding, skiing)

A group of skateboarders was using the half-pipe.

αυλός οργάνου

noun (part of pipe organ)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σωλήνας υπερχείλισης, αγωγός υπερχείλισης

noun (outlet for excess liquid)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
If you overfill the sink, the excess water drains through the overflow.
Αν παραγεμίσεις τον νιπτήρα, το περίσσιο νερό φεύγει από την υπερχείλιση.

σύριγγα

noun (often plural (music: wind instrument) (αρχαίο μουσικό όργανο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πίπα της ειρήνης

noun (Native American smoking pipe)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The old Apache puffed on the peace pipe and then passed it to the man sitting next to him.

αυτοσχέδια βόμβα

(homemade bomb) (σε σωλήνα)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

καθαριστής πίπας

noun (fuzzy wire for cleaning a pipe)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
He cleaned the inside of a tube with a pipe cleaner.

κάνω ησυχία, μιλάω πιο σιγά

intransitive verb (informal (stop talking, lower one's voice)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We'd better pipe down or we'll wake the baby.

ησυχία!, ήσυχα!

interjection (informal (Be quiet!)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Pipe down in there, or somebody is going to get a spanking!

χίμαιρα, ουτοπία

noun (figurative (unattainable wish)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You have to admit that world peace is rather a pipe dream.

ονειροπολώ

intransitive verb (fantasize)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You want to be a famous singer, even though you're tone deaf? I'd say it's time to stop pipe-dreaming.

εγκατάσταση σωληνώσεων

noun (installation of tubing)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εκκλησιαστικό όργανο

noun (large keyboard instrument)

ένθετο σωλήνα

noun (section of tubing)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ταυ

noun (tubing shaped like a T) (σύνδεσμος σωλήνων)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μιλώ, λέω την άποψη μου

intransitive verb (informal (speak, give one's opinion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you thought he was wrong, you should have piped up and said so!

κάβουρας

(tool) (εργαλείο)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

λευκός πηλός από τον οποίο φτιάχνονται πίπες

noun (white material used to make pipes)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

επεξεργάζομαι με λευκό πηλό

transitive verb (whiten with pipeclay)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τεχνικός που εγκαθιστά σωληνώσεις

noun ([sb] who installs pipes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαπασών

noun (often plural (instrument)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can use pitch pipes to tune a guitar.

σωλήνας αναρρόφησης

noun (tube that draws up liquid)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σωλήνας αποχέτευσης

noun (tube that carries away sewage)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

αγωγός, σωλήνας νερού

noun (conduit that supplies water)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
No wonder your house flooded: this water pipe burst!

αργιλές

noun (hookah, smoking apparatus using water as filter)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

τραχεία

noun (trachea)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pipe στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του pipe

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.