Τι σημαίνει το trained στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης trained στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του trained στο Αγγλικά.

Η λέξη trained στο Αγγλικά σημαίνει εκπαιδευμένος, προπονημένος, εκπαιδευμένος, τρένο, τραίνο, εκπαιδεύω, εκπαιδεύω, προπονούμαι, κάνω εκπαίδευση, εκπαιδεύω κπ σε κτ, μαθαίνω κτ σε κπ, εκπαιδεύω κπ να κάνει κτ, μαθαίνω κπ να κάνει κτ, εκπαιδεύω κτ να κάνει κτ, μαθαίνω κτ να κάνει κτ, ουρά, ουρά, κουστωδία, επακόλουθο, ουρά, -, προπονώ, εκπαιδεύω, μαθαίνω, στοχεύω, σκοπεύω, σημαδεύω, που έχει λάβει επίσημη εκπαίδευση, εκπαιδευμένος για θέματα τουαλέτας, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί γιογιό, εθελοντής, εθελόντρια, εκπαιδευμένος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης trained

εκπαιδευμένος

adjective (with work skills)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
It's always best to use trained professionals for any major work to your house.
Είναι πάντα καλύτερο να καλείς καταρτισμένους επαγγελματίες για κάθε μεγάλη εργασία στο σπίτι σου.

προπονημένος

adjective (with physical skills)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
You think you could win a race against a trained athlete? Dream on!

εκπαιδευμένος

adjective (taught to perform)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The audience loved the routine with the trained horses.

τρένο, τραίνο

noun (railway)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There are trains leaving for Paris every hour.
Υπάρχουν τρένα που φεύγουν για το Παρίσι κάθε ώρα.

εκπαιδεύω

transitive verb (teach)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We have someone new starting at work on Monday and I have to train her.
Έχουμε μια καινούρια που ξεκινάει την Δευτέρα στη δουλειά και εγώ πρέπει να την εκπαιδεύσω.

εκπαιδεύω

transitive verb (animal: teach to behave)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It is hard work training a dog.

προπονούμαι

intransitive verb (sports: practise, exercise)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The team trained daily at the beginning of the season.
Η ομάδα προπονείται καθημερινά στην αρχή της σεζόν.

κάνω εκπαίδευση

intransitive verb (learn)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They trained to be mechanics. No, I can't do it yet, I am still training.
Έλαβαν εκπαίδευση για να γίνουν μηχανικοί.

εκπαιδεύω κπ σε κτ, μαθαίνω κτ σε κπ

(teach about [sth])

The instructor trained them in the use of the computer program.

εκπαιδεύω κπ να κάνει κτ, μαθαίνω κπ να κάνει κτ

(person: teach to do)

The coach trained her skaters to spin on one foot.

εκπαιδεύω κτ να κάνει κτ, μαθαίνω κτ να κάνει κτ

(animal: teach to do)

It is important to train your puppy not to bite.

ουρά

noun (series of vehicles)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There was a long train of cars waiting to get onto the ferry.

ουρά

noun (procession)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There was a long train of people in the funeral procession.

κουστωδία

noun (group of followers)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The film star was followed by a train of aides.

επακόλουθο

noun (aftermath, wake)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In the train of the storm, many people were left homeless.
Ως επακόλουθο του τυφώνα πολλοί έμειναν άστεγοι.

ουρά

noun (of a wedding dress)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The train on her wedding dress was two metres long.

-

noun (connected machinery) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The gear train requires constant lubrication.
Ο μηχανισμός μετάδοσης κίνησης απαιτεί συνεχή λίπανση.

προπονώ

transitive verb (sports: coach)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The coaches train the football players.

εκπαιδεύω, μαθαίνω

transitive verb (guide a plant's growth) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I trained the ivy to grow up the wall.

στοχεύω, σκοπεύω, σημαδεύω

transitive verb (aim)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The guns were all trained on the enemy soldiers.

που έχει λάβει επίσημη εκπαίδευση

adjective (educated at recognized institution)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εκπαιδευμένος για θέματα τουαλέτας

adjective (UK (pet: toilet trained) (για κατοικίδιο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που έχει μάθει να χρησιμοποιεί γιογιό

adjective (able to control toilet urges)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εθελοντής, εθελόντρια

noun (unpaid worker)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

εκπαιδευμένος

adjective (animal: taught to behave) (ζώο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του trained στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του trained

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.