Τι σημαίνει το united στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης united στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του united στο Αγγλικά.

Η λέξη united στο Αγγλικά σημαίνει ενωμένος, κοινός, με ενώνει κτ, με συνδέει κτ, ενώνομαι, ενώνω τις δυνάμεις μου με κπ/κτ, ενώνομαι ενάντια σε κτ/κπ, συνασπίζομαι ενάντια σε κτ/κπ, ενώνομαι για να κάνω κτ, εκπρόσωπος στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ΗΑΕ, Ενωμένη Ελευθέρα Εκκλησία, ΗΒ, ΟΗΕ, συνεργασία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενότητα, αλληλεγγύη, ενότητα, αλληλεγγύη, Ηνωμένο Βασίλειο, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ηνωμένες Πολιτείες, ΗΠΑ, Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης united

ενωμένος

adjective (people: working together)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
United, the two groups were able to achieve much more than they could individually.

κοινός

adjective (combined)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Through their united efforts, Peter and Lucy succeeded in making a delicious meal for their guests.

με ενώνει κτ, με συνδέει κτ

verbal expression (have [sth] as a common concern)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The former enemies were united by the desire to help the earthquake victims.

ενώνομαι

intransitive verb (become joined, combine)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The community has united to stop the new law being enacted.

ενώνω τις δυνάμεις μου με κπ/κτ

(join forces with)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Anglican church invited the Methodist church to unite with them for Sunday worship.

ενώνομαι ενάντια σε κτ/κπ, συνασπίζομαι ενάντια σε κτ/κπ

(join forces to oppose)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All people should unite against the injustices of their government.

ενώνομαι για να κάνω κτ

verbal expression (join together in doing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Countries from around the world united in celebrating the New Year.

εκπρόσωπος στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών

noun (international diplomat)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The agressive stance shown during his term as Ambassador to the United Nations hurt his country.

ΗΑΕ

plural noun (initialism (United Arab Emirates) (συντομογραφία)

(κύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.)

Ενωμένη Ελευθέρα Εκκλησία

noun (initialism (United Free Church)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ΗΒ

noun (initialism (United Kingdom) (συντομογραφία: Ηνωμένο Βασίλειο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
How long have you lived in the UK?

ΟΗΕ

noun (initialism (United Nations) (συντομογραφία)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The UN has issued a statement condemning the violence.

συνεργασία

noun (co-operation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

plural noun (group of Arabian states)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

ενότητα, αλληλεγγύη

noun (solidarity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The postal workers put up a united front during the national strike.

ενότητα, αλληλεγγύη

noun (alliance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Great Britain and the U.S.A. formed a united front during the Second World War.

Ηνωμένο Βασίλειο

noun (Great Britain and Northern Ireland)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
England, Scotland, Northern Ireland, and Wales make up the United Kingdom.
Η Αγγλία, η Σκωτία, η Βόρεια Ιρλανδία και η Ουαλία αποτελούν το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών

noun (international peace-keeping organization)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The United Nations was founded in 1945.

Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής

noun (US (aerial branch of US military)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Steve is training to become a pilot in the United States Air Force.

Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

noun (North American republic)

The United States of America is the fourth largest country in the world.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι η τέταρτη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο.

Ηνωμένες Πολιτείες

noun (initialism (United States)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ΗΠΑ

noun (initialism (United States of America) (ακρώνυμο)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Joe's family emigrated from Italy to the USA in the 1950s.

Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ

noun (initialism (United States Air Force)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του united στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του united

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.