Τι σημαίνει το white στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης white στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του white στο Αγγλικά.

Η λέξη white στο Αγγλικά σημαίνει άσπρο, άσπρος, λευκός, άσπρος, λευκός, λευκός, ασπράδι, με γάλα, λευκός, άσπρα, λευκά, χιονισμένος, άσπρος, άσπρη, κενό, κενό, λευκός, στολή, λευκά, αρκτική αλεπού, άσπρο-μαύρο, ασπρόμαυρος, ασπρόμαυρο, ασπρόμαυρος, ξεκάθαρος, μπατσικό, ξεκάθαρος, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, ασπρόμαυρη ταινία, ασπρόμαυρο φίλμ, ασπρόμαυρη φωτογραφία, ασπρόμαυρη τηλεόραση, ασπρόμαυρη τηλεόραση, αφήνω κπ ταπί, αφήνω κπ πανί με πανί, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, στικτός, ασπράδι, γυαλιστερό λευκό, χλωμιάζω, λευκός καρχαρίας, ασπρόμαυρα, γραπτώς, ρητά,κατηγορηματικά,απερίφραστα, βασιλικό σκουμπρί, πάλλευκος, άσπιλος, γαλακτερός, μη Ινδοευρωπαίος, υπόλευκος, υπόλευκο χρώμα, γκριζωπό/κιτρινωπό χρώμα, αστραφτερό λευκό, Χιονάτη, κάτασπρος, κατάλευκος, ολόλευκος, άσπιλος, αγνός, αθώος, χλωμιάζω, κιτρινιάζω, πανιάζω, άσπρος σαν πανί, άσπρος σαν το χιόνι, ασπρολάβρακο, λευκό αιμοσφαίριο, λευκό ψωμί, άσπρο ψωμί, λευκή σοκολάτα, καφές με γάλα, λευκός νάνος, άχρηστο αντικείμενο, λευκό ψάρι, σημαία ανακωχής, πλατίνα, λευκές συσκευές, λευκά είδη, λευκά μαλλιά, χάκερ με ηθική, Λευκός Οίκος, σωτήρας, ηρωικός αγωνιστής, εταιρεία που διασώζει, αθώο ψέμα, χειροποίητο λικέρ από καλαμπόκι, κατάλογος βιβλίων που είναι κατάλληλα για ανήλικους, κατάλογος κατάλληλων ατόμων, κατάλογος όσων έχουν άδεια ασφαλείας, κατάλογος εγκεκριμένων μερών, εγκρίνω, λευκή μαγεία, λευκός, οι λευκοί, λευκή ύλη, λευκή ουσία, άσπρο κρέας, άσπρο κρέας, λευκός μόσχος, λευκός θόρυβος, λευκή βελανιδιά, ξύλο λευκής βελανιδιάς, Λευκή Βίβλος, λευκό παγώνι, λευκό πιπέρι, υπεροχή των λευκών, άσπρη αιματιά, λευκή φυλή, Salvia apiana, λευκή άμμος, μπεσαμέλ, μη χρησιμοποιούμενες ραδιοσυχνότητες, κενός χώρος, ανεκμετάλλευτη ευκαιρία, ελαφρό πετρέλαιο, ακραίος ρατσιστής, ακραίος ρατσισμός, λευκό γλαρόνι, λευκό τεριέ, φράκο, λευκό παπιγιόν, πλέμπα, λευκά κεραμικά είδη, αφρισμένο νερό, ράφτινγκ σε ορμητικά νερά, rafting σε ορμητικά νερά, λευκή φάλαινα, λευκό κρασί, λευκός λύκος, πολικός λύκος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης white

άσπρο

noun (palest colour)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Do you have this dress in white or black?
Έχετε αυτό το φόρεμα σε άσπρο ή μαύρο;

άσπρος, λευκός

adjective (white in colour) (χρώμα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She printed the document on white paper.
Τύπωσε το έγγραφο σε άσπρο (or: λευκό) χαρτί.

άσπρος, λευκός

adjective (skin: pale) (δέρμα: χλωμός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My skin's naturally so white that I never tan.
Η επιδερμίδα μου είναι τόσο άσπρη (or: λευκή) που δεν μαυρίζω ποτέ.

λευκός

adjective (fair-skinned) (φυλή)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
While there are many white people in this city, the number of other races has increased dramatically.
Αν και υπάρχουν πολλοί λευκοί άνθρωποι σε αυτήν την πόλη, ο αριθμός των άλλων φυλών έχει αυξηθεί δραματικά.

ασπράδι

noun (egg white)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Separate the white of the egg from the yolk.
Χώρισε το ασπράδι από τον κρόκο του αυγού.

με γάλα

adjective (coffee: milky)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My husband doesn't like milk in his coffee, but I take mine white.
Του άντρα μου δεν του αρέσει το γάλα στον καφέ αλλά εγώ πίνω τον δικό μου με γάλα.

λευκός

adjective (wine: Chardonnay, etc.)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We usually drink white wine with fish.
Συνήθως πίνουμε λευκό κρασί όταν τρώμε ψάρι.

άσπρα, λευκά

noun (white piece in games) (πιόνια)

Do you want to be white or black in the chess match?
Θέλεις τα άσπρα ή τα μαύρα στο σκάκι;

χιονισμένος

adjective (with snow)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
We will have a white Christmas if the weather prediction comes true.

άσπρος, άσπρη

noun (player using white piece) (σκάκι)

White moved his king one space. Now it is black's turn.

κενό

noun (unmarked part of page)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can write your comments in the white of the page.

κενό

noun (space in printing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Leave more white between the lines of type.

λευκός

plural noun (pale-skinned people) (φυλή)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
The whites generally voted for one candidate, while the blacks tended to vote for another.
Οι λευκοί γενικά ψήφιζαν έναν υποψήφιο, ενώ οι μαύροι έτειναν να ψηφίζουν έναν άλλο.

στολή

plural noun (cricket, tennis outfit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He put on his whites for the tennis game.

λευκά

plural noun (washing: white items)

I just washed the colours, so now I need to wash the whites.

αρκτική αλεπού

noun (mammal)

άσπρο-μαύρο

noun (written, abbreviation (black and white)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ασπρόμαυρος

adjective (written, abbreviation (black and white)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ασπρόμαυρο

noun (grayscale)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
He asked the director why she had chosen to use black and white for her movie.
Ρώτησε τη σκηνοθέτιδα γιατί επέλεξε να κάνει την ταινία της ασπρόμαυρη.

ασπρόμαυρος

adjective (in grayscale)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Black-and-white photography relies on composition rather than color.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία βασίζεται περισσότερο στη σύνθεση παρά στο χρώμα.

ξεκάθαρος

adjective (figurative (clear, defined) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The situation may seem very black and white to you, but actually it's more complicated.
Η κατάσταση μπορεί να σου φαίνεται ξεκάθαρη, αλλά βασικά είναι πιο περίπλοκη.

μπατσικό

noun (US, informal (police car) (αργκό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ξεκάθαρος

adjective (clear cut)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

adjective (viewed simplistically)

There is no gray area here, it's black or white.

ασπρόμαυρη ταινία

noun (movie: without colour)

I love watching silents, those old black-and-white films with no sound.

ασπρόμαυρο φίλμ

noun (camera film: without colour)

All our early home movies were on black-and-white film.

ασπρόμαυρη φωτογραφία

noun (taking photos without colour) (διαδικασία)

He specialized in black-and-white photography.

ασπρόμαυρη τηλεόραση

noun (TV set: cannot display colors)

My parents remember the days when black-and-white television was the only type of TV available.

ασπρόμαυρη τηλεόραση

noun (uncountable (TV shows in black and white)

αφήνω κπ ταπί, αφήνω κπ πανί με πανί

(figurative (spend all [sb]'s money) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Between them, my six kids have bled me dry!

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (US (type of edible nut)

John prepared a side dish of butternuts.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (US (nut tree: North America)

Marsha walked through a forest of butternuts.

στικτός

noun as adjective (cat: with coloured markings) (για ζώο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ασπράδι

noun (albumen: non-yolk part of an egg)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can't make meringues without egg whites.

γυαλιστερό λευκό

noun (white shiny paint colour) (χρώμα)

Gloss white is good paint for a commercial kitchen because gloss finishes are easy to clean.

χλωμιάζω

(face: become pale)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

λευκός καρχαρίας

noun (large fish)

ασπρόμαυρα

adverb (without colour)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I prefer to develop my photographs in black and white.

γραπτώς

adverb (in writing) (κυριολεκτικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I didn't believe he was dead until I saw it in the newspaper in black and white. The will states clearly in black and white that all the money should go to me.

ρητά,κατηγορηματικά,απερίφραστα

adverb (figurative (explicitly) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We'll set out the terms of our offer in black and white so there can be no confusion.

βασιλικό σκουμπρί

noun (zoology: California fish)

πάλλευκος

adjective (very pale)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

άσπιλος

adjective (figurative (pure) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γαλακτερός

adjective (cool shade of white)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μη Ινδοευρωπαίος

adjective (of ethnic origin other than white)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

υπόλευκος

adjective (whitish: greyish or yellowish white in colour)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

υπόλευκο χρώμα, γκριζωπό/κιτρινωπό χρώμα

noun (greyish- or yellowish-white colour)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αστραφτερό λευκό

noun (shimmery white colour) (χρώμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Χιονάτη

noun (female character in a fairy tale)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
Snow White bit into the poisoned apple and fell fast asleep.

κάτασπρος, κατάλευκος, ολόλευκος

adjective (pure white in color)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
When I get married, I want to wear a snow-white wedding dress and carry a big bouquet.

άσπιλος, αγνός, αθώος

adjective (figurative (pure, innocent)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Veronica's had a lot of boyfriends; she's not as snow-white as she seems.

χλωμιάζω, κιτρινιάζω, πανιάζω

intransitive verb (go pale: from shock, etc.) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The bad news about her brother being in hospital made her turn white.

άσπρος σαν πανί

adjective (informal, figurative (pale: from shock, fright, etc.) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You look like you've seen a ghost – you're white as a sheet!

άσπρος σαν το χιόνι

adjective (extremely white) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My grandmother had a quilt on her bed that was white as snow.

ασπρολάβρακο

noun (fish: Morone chrysops)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

λευκό αιμοσφαίριο

noun (white corpuscle, leukocyte)

As she recovered, her white blood cell count dropped into the normal range.

λευκό ψωμί, άσπρο ψωμί

noun (bread baked with bleached flour)

Wholewheat bread is more nutritious than white bread.

λευκή σοκολάτα

noun (confection made with cocoa butter)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

καφές με γάλα

noun (UK (coffee: with milk)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I don't like tea; I prefer white coffee with sugar.

λευκός νάνος

(astronomy) (αστρονομία)

άχρηστο αντικείμενο

noun (figurative (unwanted item)

λευκό ψάρι

noun (term for many varieties of edible fish)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σημαία ανακωχής

noun (figurative (surrender)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Cooking him his favourite meal is her way of showing a white flag.

πλατίνα

noun (precious alloy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Instead of diamonds, I want a white gold ring.

λευκές συσκευές

plural noun (household appliances)

White goods often go on sale after Christmas.

λευκά είδη

plural noun (US (bed sheets)

The company manufactures white goods for hotel bedrooms.

λευκά μαλλιά

noun (hair with white color)

Fred was a tall man with white hair.

χάκερ με ηθική

noun (figurative, slang (ethical computer hacker)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Λευκός Οίκος

noun (official residence of US President)

President Obama and family were the residents of the White House from January 2009 to January 2017.

σωτήρας

noun (hero who comes to rescue)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ηρωικός αγωνιστής

noun (figurative ([sb] who fights heroically for cause)

εταιρεία που διασώζει

noun (figurative (company that rescues another) (οικονομικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αθώο ψέμα

noun (fib)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His baby was ugly, but I told a little white lie and said it was cute.
Το μωρό του ήταν άσχημο αλλά είπα ένα αθώο ψέμα και είπα ότι είναι χαριτωμένο.

χειροποίητο λικέρ από καλαμπόκι

noun (US (liquor made with maize)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάλογος βιβλίων που είναι κατάλληλα για ανήλικους

noun (list of novels etc. for young people)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάλογος κατάλληλων ατόμων

noun (list of suitable people)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάλογος όσων έχουν άδεια ασφαλείας

noun (people having security clearance)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατάλογος εγκεκριμένων μερών

noun (approved business places)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εγκρίνω

transitive verb (put [sb/sth] on a white list)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

λευκή μαγεία

noun (witchcraft performed for good)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The farmer's sickly sheep were cured by a woman who practised white magic.

λευκός

noun (adult Caucasian male)

οι λευκοί

noun (dated (Caucasian people collectively)

λευκή ύλη, λευκή ουσία

noun (uncountable (nerve tissue) (εγκέφαλος)

άσπρο κρέας

noun (light-coloured poultry flesh)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Turkey flesh is mostly white meat; the leg meat is darker.

άσπρο κρέας

noun (lean animal flesh)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
White meat is healthier as it contains less fat than red meat. Do you prefer white meat or dark meat?
Το άσπρο κρέας είναι πιο υγιεινό καθώς περιέχει λιγότερο λίπος από το κόκκινο κρέας. Προτιμάς άσπρο ή κόκκινο κρέας;

λευκός μόσχος

noun (synthetic fragrance)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

λευκός θόρυβος

noun (steady background noise)

λευκή βελανιδιά

noun (North American tree)

ξύλο λευκής βελανιδιάς

noun (wood of the white oak tree)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Λευκή Βίβλος

noun (official document) (μεταφορικά)

White papers are issued by governments, companies, or other important organizations.

λευκό παγώνι

noun (bird: fowl variety with white feathers)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

λευκό πιπέρι

(condiment)

υπεροχή των λευκών

noun (belief that white race is superior)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Skinheads generally belong to the white power movement.

άσπρη αιματιά

noun (UK (type of sausage) (αλλαντικό)

White pudding is made of pork meat and fat, together with oatmeal, bread, and suet.

λευκή φυλή

noun (fair-skinned people)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Nazis believed in the superiority of the white race.

Salvia apiana

noun (California plant) (επίσημο: φυτό)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

λευκή άμμος

noun (very pale beach sand)

μπεσαμέλ

(cuisine)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μη χρησιμοποιούμενες ραδιοσυχνότητες

noun (radio frequency)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κενός χώρος

noun (page layout: blank space) (σελίδας)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ανεκμετάλλευτη ευκαιρία

noun (slang (business: untapped opportunity)

ελαφρό πετρέλαιο

noun (UK (solvent)

ακραίος ρατσιστής

noun ([sb] who believes white race is superior)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
White supremacists look down on all people whose skin is a different colour.

ακραίος ρατσισμός

noun (belief that white race is superior)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

λευκό γλαρόνι

noun (sea bird) (θαλασσοπούλι)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

λευκό τεριέ

noun (dog breed) (ράτσα σκύλου)

φράκο

noun (men's formal dress)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I'll be wearing white tie to the mayor's ball.

λευκό παπιγιόν

noun (men's bow tie)

Ron was wearing a white tie with his tux.

πλέμπα

noun (US, figurative, pejorative, offensive, slang (poor white people)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

λευκά κεραμικά είδη

noun (ceramic items)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αφρισμένο νερό

noun (fast-moving foamy water)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
White water rafting is a very adventurous sport.

ράφτινγκ σε ορμητικά νερά, rafting σε ορμητικά νερά

noun (kayaking on fast-flowing river)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
My friends and I went white water rafting on the New River last summer.

λευκή φάλαινα

noun (beluga: sea mammal)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
From the deck the passengers suddenly spotted a white whale nearby.

λευκό κρασί

noun (pale alcoholic drink made from grapes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She sat at the bar drinking a glass of white wine.

λευκός λύκος, πολικός λύκος

noun (wolf species)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του white στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του white

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.