Τι σημαίνει το aside στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης aside στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του aside στο Αγγλικά.

Η λέξη aside στο Αγγλικά σημαίνει στην άκρη, στο πλάι, στην άκρη, στο πλάι, στην άκρη, πέρα από κτ, άμεση απεύθυνση στο κοινό, παρένθεση, όσα λέω όταν ξεφεύγω από το θέμα, πρώτη πλευρά, αγνοώ, κάνω στην άκρη, απορρίπτω,εγκαταλείπω,παρατάω, πετάω, βάζω στην άκρη, σπρώχνω, κάνω κπ/κτ στην άκρη, αφήνω κπ/κτ στην άκρη, βάζω στην άκρη, παραμερίζω, βάζω στην άκρη, παραμερίζω, κάνω στην άκρη, παραμερίζω, κάνω στην άκρη, παραδίδω τα ηνία, κάνω στην άκρη, κάνω στην άκρη, παραδίδω τα ηνία, κάνω ένα βήμα πίσω, παραβλέπω, μιλώ κατ' ιδίαν, απορρίπτω, κάνω κπ πέρα, παραμερίζω, πετάω, αποστρέφω το βλέμμα μου, αποστρέφω το βλέμμα μου, διώχνω κπ/κτ με ένα νόημα, κάνω σε κπ/κτ νόημα να φύγει, πέρα από αυτά, εκτός, με εξαίρεση, εξαιρουμένου, παίρνω κπ παράμερα, παίρνω κπ στην άκρη, τραβάω κπ στην άκρη, παραμερίζω βίαια, κάνω στην άκρη, κάνω πέρα, πηδάω στην άκρη, αφήνω έξω, εξαιρώ, δεν λαμβάνω υπόψη, κάνω πέρα, κάνω στην άκρη, τραβώ κάποιον στην άκρη, τραβώ στην άκρη, αφήνω στην άκρη, αφήνω στην άκρη, κάνω στην άκρη, βάζω στην άκρη, κάνω κτ στην άκρη, μετακινώ, σπρώχνω στην άκρη, απορρίπτω, παρεκκλίνω, εκτρέπομαι, απορρίπτω, αποφεύγω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης aside

στην άκρη, στο πλάι

adverb (to the side)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Step aside and let the waiter pass.
Κάνε πιο πέρα κι άφησε τον σερβιτόρο να περάσει.

στην άκρη, στο πλάι

adverb (away from others) (μεταφορικά)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
He pulled me aside and told me that I had won.
Με πήρε παράμερα και μου είπε ότι είχα νικήσει.

στην άκρη

adverb (in reserve) (μεταφορικά)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I try to put aside some money for emergencies.
Προσπαθώ να βάλω στην άκρη μερικά λεφτά για μια επείγουσα ανάγκη.

πέρα από κτ

adverb (out of consideration)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Joking aside, we really do need more volunteers for this project.
Πέρα από την πλάκα, πραγματικά χρειαζόμαστε περισσότερους εθελοντές για αυτό το έργο.

άμεση απεύθυνση στο κοινό

noun (actor's address to audience)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
In an aside she tells the audience she's not going to marry him.
Με μια άμεση απεύθυνση στο κοινό, είπε ότι δεν πρόκειται να τον παντρευτεί.

παρένθεση

noun (parenthetical remark)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The author mentions his own illness in a brief aside.
Ο συγγραφέας αναφέρει τη δική του ασθένεια σε μια μικρή παρένθεση.

όσα λέω όταν ξεφεύγω από το θέμα

noun (tangent from topic)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Sometimes that professor includes information from his asides on exams, so pay attention even when he starts rambling.

πρώτη πλευρά

noun (main side of a pop single)

The record company decided that the song should be the A-side of the band's first single.

αγνοώ

phrasal verb, transitive, separable (figurative (dismiss, not consider) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The Prime Minister brushed aside any suggestion that the government had failed to deal with the problem.

κάνω στην άκρη

phrasal verb, transitive, separable (sweep to one side)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απορρίπτω,εγκαταλείπω,παρατάω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (reject, abandon) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
In her ambition to get ahead, she uses people and then casts them aside when they can do no more for her.

πετάω

phrasal verb, transitive, separable (throw away, discard) (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βάζω στην άκρη

phrasal verb, transitive, inseparable (put temporarily to one side)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I had to lay aside my wedding plans until after my mother recovered.

σπρώχνω

phrasal verb, transitive, separable (shove to one side)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fans pushed each other aside to get a position near the front of the stage. Julie pushed the brambles aside so that she could get past without being scratched.

κάνω κπ/κτ στην άκρη, αφήνω κπ/κτ στην άκρη

phrasal verb, transitive, separable (figurative (dismiss, disregard) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She decided to push aside all negative thoughts and thus became a happier person.

βάζω στην άκρη, παραμερίζω

phrasal verb, transitive, separable (put to one side) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I set aside my work to check on the baby. Set your pencils aside and read through the test first.
Έβαλα στην άκρη (or: Παραμέρισα) τη δουλειά μου για να ελέγξω το μωρό. Βάλτε στην άκρη τα μολύβια σας και ρίξτε πρώτα μια ματιά στο τεστ.

βάζω στην άκρη, παραμερίζω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (disregard temporarily) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Set your fears aside and jump into the water.
Παραμερίστε τους φόβους σας και πηδήξτε στο νερό.

κάνω στην άκρη, παραμερίζω

phrasal verb, intransitive (move to let [sb] past) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I was told to stand aside to let the ambulance pass.

κάνω στην άκρη, παραδίδω τα ηνία

phrasal verb, intransitive (figurative (allow [sb] else to take charge) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I will stand aside if anyone else wants the job.

κάνω στην άκρη

phrasal verb, intransitive (move to one side) (κυριολεκτικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Please step aside to let the wheelchair through.

κάνω στην άκρη, παραδίδω τα ηνία, κάνω ένα βήμα πίσω

phrasal verb, intransitive (figurative (allow [sb] else to take charge) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παραβλέπω

phrasal verb, transitive, separable (ignore [sth/sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μιλώ κατ' ιδίαν

phrasal verb, transitive, separable (talk to privately)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My dad took me aside and told me I'd better not do that again.

απορρίπτω

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (get rid of [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω κπ πέρα

phrasal verb, transitive, separable (figurative (abandon, stop caring for: [sb]) (καθομιλουμένη, μτφ)

παραμερίζω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (disregard, ignore: [sth]) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω

phrasal verb, transitive, separable (discard: [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποστρέφω το βλέμμα μου

phrasal verb, intransitive (avert your gaze)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She turned aside when their eyes met.

αποστρέφω το βλέμμα μου

(avert gaze from [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διώχνω κπ/κτ με ένα νόημα, κάνω σε κπ/κτ νόημα να φύγει

phrasal verb, transitive, separable (dismiss with hand gesture)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πέρα από αυτά

adverb (regardless, nevertheless)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εκτός, με εξαίρεση, εξαιρουμένου

preposition (apart from, not including)

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
Aside from the high pay, why do you want to be a doctor?
Εκτός από (or: με εξαίρεση) την υψηλή αμοιβή, για ποιον λόγο θέλεις να γίνεις γιατρός;

παίρνω κπ παράμερα, παίρνω κπ στην άκρη, τραβάω κπ στην άκρη

(speak privately to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
After the meeting, the chairman drew me aside to ask if I would be interested in joining the committee.

παραμερίζω βίαια

(push to one side)

κάνω στην άκρη, κάνω πέρα

(figurative (oust) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Plans for a new shopping mall were forced aside by the need to build hundreds of new homes.
Έκαναν στην άκρη τα σχέδια για ένα νέο εμπορικό κέντρο λόγω της ανάγκης κατασκευής εκατοντάδων νέων κατοικιών.

πηδάω στην άκρη

(leap out of the way)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He jumped aside just as the bus was about to hit him.

αφήνω έξω, εξαιρώ, δεν λαμβάνω υπόψη

(figurative (exclude)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Leaving aside the two sunflowers, her garden did not have any flowers.

κάνω πέρα, κάνω στην άκρη

(get out of the way)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Police officers asked people to move aside so that the senator could get to his car.

τραβώ κάποιον στην άκρη

([sb]: take to one side)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The teacher quietly pulled the student aside after class to discuss her inappropriate behavior.
Ο δάσκαλος τράβηξε ήσυχα τη μαθήτρια στην άκρη μετά το μάθημα, για να συζητήσουν την ?????? συμπεριφορά της.

τραβώ στην άκρη

(draw back: curtains, cover)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The elderly woman pulled the curtains aside to peer out the window.
Η ηλικιωμένη τράβηξε τις κουρτίνες στην άκρη, για να ατενίσει από το παράθυρο.

αφήνω στην άκρη

(place to one side)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Put aside what you are doing; it's time to have lunch.
Άφησε στην άκρη ο,τι κάνεις· είναι ώρα να φάμε μεσημεριανό.

αφήνω στην άκρη, κάνω στην άκρη, βάζω στην άκρη

verbal expression (figurative (ignore, disregard) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Let's put aside our differences, so we can come up with a solution to our common problem.
Ας αφήσουμε στην άκρη τις διαφορές μας για να μπορέσουμε να βρούμε μια λύση για το κοινό μας πρόβλημα.

κάνω κτ στην άκρη

(move to side)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μετακινώ

(vehicle: push to side)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σπρώχνω στην άκρη

(push [sth] to one side)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The angry teenager thrust his plate aside. "I'm not hungry," he said.
Ο θυμωμένος νεαρός έσπρωξε στην άκρη το πιάτο του. «Δεν πεινάω», είπε.

απορρίπτω

(figurative (dismiss, reject)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The manager thrust all Polly's ideas aside at the meeting.

παρεκκλίνω, εκτρέπομαι

(deflect)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

απορρίπτω

(figurative (reject)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The judge turned aside the company's argument that the court had no jurisdiction over the case.
Ο δικαστής απέρριψε το επιχείρημα της εταιρείας ότι το δικαστήριο δεν είχε καμία δικαιοδοσία στην υπόθεση.

αποφεύγω

verbal expression (figurative (avoid involvement in)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του aside στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του aside

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.