Τι σημαίνει το backing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης backing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του backing στο Αγγλικά.

Η λέξη backing στο Αγγλικά σημαίνει υποστήριξη, στήριξη, οικονομική ενίσχυση, οικονομική υποστήριξη, οικονομική στήριξη, φωνητικά, ενίσχυση, αριστερόστροφος, πλάτη, ράχη, πίσω μέρος, πίσω μέρος, πίσω, κάνω όπισθεν, κάνω όπισθεν, πίσω, απομακρυσμένος, πίσω, παλιός, προηγούμενος, αναδρομικός, προς τα πίσω, πίσω, πίσω μέρος, πίσω μέρος, πίσω μέρος, πλάτη, υποστηρίζω, στηρίζω, στοιχηματίζω, ποντάρω, είμαι στο πίσω μέρος, βρίσκομαι στο πίσω μέρος, κάνω support, μοντάρω, υποστηρίζω, στηρίζω, υφασμάτινο φόντο θεατρικού σκηνικού, δεύτερη φωνή, δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας, το ότι κάνω όπισθεν, συλλογή, συγκέντρωση, φωνητικά, οικονομική υποστήριξη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης backing

υποστήριξη, στήριξη

noun (moral, intellectual support)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The anti-gun group has the backing of thousands of people in the city.

οικονομική ενίσχυση, οικονομική υποστήριξη, οικονομική στήριξη

noun (financial support)

Our play has the backing of the richest man in town.

φωνητικά

noun (musical backup)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Cheryl did the backing for that album.
Η Σέριλ έκανε τα φωνητικά σε αυτόν τον δίσκο.

ενίσχυση

noun (supporting layer, lining)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The backing of this quilt is made from organic cotton.

αριστερόστροφος

adjective (wind direction)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Backing winds shift counterclockwise, and are the opposite of veering winds.

πλάτη, ράχη

noun (body: spine)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He hurt his back playing tennis.
Χτύπησε την πλάτη (or: ράχη) του παίζοντας τένις.

πίσω μέρος

noun (reverse side)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Please read the text on the back of the paper.
Παρακαλώ διαβάστε το κείμενο στο πίσω μέρος της σελίδας.

πίσω μέρος

noun (rear) (με γενική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can sit in the back of the car and you can sit in the front.
Μπορώ να καθίσω στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου κι εσύ μπορείς να καθίσεις μπροστά.

πίσω

adverb (returning) (κατεύθυνση)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
After the picnic, they walked back to the car and drove home.
Μετά το πικνίκ, περπάτησαν πίσω προς το αυτοκίνητο και πήγαν σπίτι.

κάνω όπισθεν

intransitive verb (move backward)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He backed into the parking space.
Έκανε όπισθεν και μπήκε στη θέση παρκαρίσματος.

κάνω όπισθεν

transitive verb (move in reverse) (με αυτοκίνητο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He backed the car down the driveway ... right into a lamppost.
Πήγε (or: Έκανε) πίσω με το αμάξι στο δρομάκι κι έπεσε κατευθείαν πάνω στον στύλο του ηλεκτρικού.

πίσω

adjective (last, final)

The back pages of the magazine are devoted to advertisements.
Οι πίσω (or: τελευταίες) σελίδες του περιοδικού έχουν διαφημίσεις.

απομακρυσμένος

adjective (remote)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
They're going to camp out in the back woods.

πίσω

adjective (at the rear)

How many passengers will fit on your back seat?
Πόσοι επιβάτες χωράνε στο πίσω κάθισμα;

παλιός, προηγούμενος

adjective (of the past)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I would like to buy a back copy of the magazine.

αναδρομικός

adjective (in arrears) (οικονομικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She received back pay to make up for the accounting error.

προς τα πίσω

adjective (going back)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
His back pass led to the goal that won the match.

πίσω

adverb (in return) (επιστροφή)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She gave back the book.
Έδωσε πίσω το βιβλίο.

πίσω μέρος

noun (reverse side: body part)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She wrote his telephone number on the back of her hand.

πίσω μέρος

noun (rear)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We hired a van and put the boxes in the back.

πίσω μέρος

noun (part of [sth] covering the back)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The company's logo will appear on the shirt back.

πλάτη

noun (reverse side: chair)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He placed his hands on the back of the chair.

υποστηρίζω, στηρίζω

transitive verb (support [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You should back your argument with facts.
Πρέπει να μπορείς να στηρίξεις (or: υποστηρίξεις) τα επιχειρήματά σου με στοιχεία.

στοιχηματίζω, ποντάρω

transitive verb (wager on) (σε κάτι/κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Which horse should we back?

είμαι στο πίσω μέρος, βρίσκομαι στο πίσω μέρος

transitive verb (form background of)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The field is backed by a row of trees.

κάνω support

transitive verb (informal (music: accompany) (μουσική: σε κάποιον)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They're going to back Bob Dylan on his next tour.

μοντάρω

transitive verb (mount) (φωτογραφία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She backed the photo with grey card.

υποστηρίζω, στηρίζω

transitive verb (support [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I back this candidate for mayor.
Υποστηρίζω (or: Στηρίζω) αυτόν τον υποψήφιο για δήμαρχο.

υφασμάτινο φόντο θεατρικού σκηνικού

noun (theatre: painted cloth backdrop)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

δεύτερη φωνή

noun (person: sings backup)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας

noun (computing: making copies)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The software performs the backing up of data.

το ότι κάνω όπισθεν

noun (vehicle: reversing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The reverse lights warn people of the backing up of the vehicle.

συλλογή, συγκέντρωση

noun (water: collecting)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The backing up of water in the lake caused the flood.

φωνητικά

plural noun (singing: supports main vocalist) (τραγούδι)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The singer was drowned out by the backing vocals.

οικονομική υποστήριξη

noun (monetary support)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My uncle provided the financial backing for me to open my restaurant.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του backing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του backing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.