Τι σημαίνει το border στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης border στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του border στο Αγγλικά.

Η λέξη border στο Αγγλικά σημαίνει σύνορα, μπορντούρα, όρια, συνορεύω, γειτονεύω, σύνορα, παρτέρι, τα σύνορα της Αγγλίας με τη Σκωτία, τα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, οριοθετώ, ορίζω, γειτνιάζω, συνορεύω, λίγο απέχω, border collie, μπόρντερ κόλεϊ, σύνορα, συνοριοφυλακή, Μπόρντερ Τεριέ, συνοριακή γραμμή, διασυνοριακός, εθνικό σύνορο, εθνικό όριο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης border

σύνορα

noun (frontier line)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The border between the two countries was marked by a fence.
Τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών ορίζονταν με τη βοήθεια φράχτη.

μπορντούρα

noun (ornamental strip or edging)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The plates have a gold border.
Τα πιάτα έχουν χρυσή μπορντούρα.

όρια

noun (outer boundary)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The spaceship has passed the planets and reached the border of the solar system.
Ο δορυφόρος πέρασε τους πλανήτες και έφτασε στα όρια του ηλιακού συστήματος.

συνορεύω, γειτονεύω

transitive verb (land: adjoin) (με κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The United States borders Canada to the north.
Ο Καναδάς συνορεύει (or: γειτονεύει) με τις Ηνωμένες Πολιτείες από το Βορρά.

σύνορα

noun (region along a boundary line)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
She lives on the border with Mexico.
Μένει κοντά στα σύνορα με το Μεξικό.

παρτέρι

noun (horticulture: narrow flower bed)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There was a border of daisies running along the path.
Υπήρχε μια σειρά από μαργαρίτες κατά μήκος του μονοπατιού.

τα σύνορα της Αγγλίας με τη Σκωτία

noun (UK (border between England and Scotland)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
When you travel from England into Scotland, there is no need to show a passport at the border.

τα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό

noun (US: border with Mexico)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The man was apprehended after crossing the border into Texas.

οριοθετώ, ορίζω

transitive verb (form a border with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A river borders our property to the West.

γειτνιάζω, συνορεύω

phrasal verb, transitive, inseparable (be adjacent to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Our house borders on conservation land that no one can build on.

λίγο απέχω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (be almost)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
His bizarre behavior borders on the insane.
Η περίεργη συμπεριφορά του λίγο απέχει από (or: είναι ένα βήμα από) την τρέλα.

border collie, μπόρντερ κόλεϊ

noun (dog) (ράτσα σκύλων)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The border collie is an excellent working farm dog.

σύνορα

noun (passage between countries)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
We sat at the border crossing for hours because inspectors were on strike. John had problems at the border crossing because he left his passport at the hotel.

συνοριοφυλακή

noun (frontier guards)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The cars were ordered to stop by the border patrol.

Μπόρντερ Τεριέ

noun (dog breed) (ράτσα σκύλου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

συνοριακή γραμμή

noun (line marking a boundary)

They crossed the borderline into Canada around sunset.
Πέρασαν τη συνοριακή γραμμή για τον Καναδά γύρω στο ηλιοβασίλεμα.

διασυνοριακός

adjective (across boundaries)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
After the new law passed, cross-border traffic decreased significantly.

εθνικό σύνορο, εθνικό όριο

noun (boundary of a country)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του border στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του border

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.