Τι σημαίνει το born στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης born στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του born στο Αγγλικά.

Η λέξη born στο Αγγλικά σημαίνει γεννιέμαι, γεννημένος, -, γεννημένος, γεννημένος, αρκούδα, αντέχω, αντέχω, βγάζω, κάνω, κάνω, στέκω, κάνω, αγενής, αγροίκος, αρκούδα, αρκούδα, παλούκι, μανίκι, μένω, παραμένω, μεταφέρω, φέρομαι, συμπεριφέρομαι, φέρω, αναλαμβάνω, λαμβάνω, τρέφω, φέρω, έχω, μειώνω την τιμή, γεννημένος σε κτ, γεννημένος ηγέτης, γεννημένος τυχερός, λύση ανάγκης, νόθος, εξώγαμος, γεννημένος για κτ, γεννημένος στα πλούτη, αναγεννημένος Χριστιανός, ξανά-γεννημένος Χριστιανός, γεννημένος στην επαρχία, πρωτότοκος, πρωτότοκη, πρωτότοκος, γεννημένος στο εξωτερικό, αριστοκρατικής καταγωγής, γηγενής, γεννημένος, γέννημα-θρέμμα, γεννημένος, υψηλής καταγωγής. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης born

γεννιέμαι

(come into existence)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jane was born in March. Some people are born deaf.
Η Τζέιν γεννήθηκε τον Μάρτιο.

γεννημένος

adjective (brought into existence)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Born in Scotland, Rory moved with his family to Germany at the age of nine.
Γεννημένος στη Σκωτία, ο Ρόρι μετακόμισε στη Γερμανία με την οικογένειά του όταν ήταν εννιά χρονών.

-

suffix (native, from a place) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The Brazilian-born author now lives in New York.
Ο βραζιλιάνος συγγραφέας ζει τώρα στη Νέα Υόρκη.

γεννημένος

adjective (figurative (originated) (μεταφορικά)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Ours is a country born of the revolution.

γεννημένος

adjective (innate) (μεταφορικά)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Tim is a born athlete.
Ο Τιμ είναι γεννημένος αθλητής.

αρκούδα

noun (mammal: ursidae) (ζώο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
America is home to many species of bear.
Στην Αμερική υπάρχουν πολλά είδη αρκούδας.

αντέχω

transitive verb (support weight)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The bridge must bear the weight of the cars and trucks.
Η γέφυρα πρέπει να αντέχει το βάρος αυτοκινήτων και φορτηγών.

αντέχω

transitive verb (endure [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He could hardly bear the suspense.
Με το ζόρι άντεχε την αγωνία.

βγάζω

transitive verb (produce flowers, fruit) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
After several years of drought, the apple tree finally bore fruit.
Μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας, η μηλιά παρήγαγε επιτέλους καρπούς.

κάνω

transitive verb (give birth to: a child)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The queen bore fourteen children, but only three survived childhood.
Η βασίλισσα γέννησε δεκατέσσερα παιδιά αλλά μόνο τρία έζησαν μετά την παιδική ηλικία.

κάνω

transitive verb (give [sb] with an heir)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The Queen bore her husband three daughters.
Η βασίλισσα χάρισε στον άντρα της τρεις κόρες.

στέκω

transitive verb (withstand, stand up to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He knew his alibi would bear scrutiny, so he had no problem telling it to the detectives.
Ήξερε ότι το άλλοθί του θα περνούσε (με επιτυχία) τον έλεγχο κι έτσι δεν είχε πρόβλημα να το αναφέρει στους ερευνητές.

κάνω

intransitive verb (curve: left, right)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You need to bear left at the fork in the road.
Πρέπει να κάνεις αριστερά στη διχάλα του δρόμου.

αγενής, αγροίκος

noun (US, informal, figurative (rude person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He is a bear first thing in the morning.

αρκούδα

noun (business pessimist) (ζαργκόν, μτφ: επιχείρηση)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
In the current recession, we're all bears.

αρκούδα

noun (informal (finance: short seller) (ζαργκόν, μτφ: οικονομία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A bear sells when he hopes prices will go even lower.

παλούκι, μανίκι

noun (US, informal, figurative ([sth] difficult) (αργκό, μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Avoid taking economics with Professor Smith; his class is a bear! This tax form is a bear!

μένω, παραμένω

intransitive verb (remain)

(βοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.)
He would bear true to the promises he made.

μεταφέρω

transitive verb (carry [sth], [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The donkey had to bear the load to the camp.

φέρομαι, συμπεριφέρομαι

transitive verb (conduct: yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He bore himself with courage and distinction.

φέρω, αναλαμβάνω, λαμβάνω

transitive verb (assume)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I will bear the responsibility for my decisions.

τρέφω

transitive verb (ill will, resentment: harbour)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
George doesn't bear any ill will towards people whose views are completely different from his own.

φέρω

transitive verb (display, show [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The warrior's face bore several deep scars.

έχω

transitive verb (have: name, title)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He bears his father's name.

μειώνω την τιμή

transitive verb (finance: attempt to lower price)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The brokers were trying to bear the stocks.

γεννημένος σε κτ

(having from birth)

γεννημένος ηγέτης

noun (good manager) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A born leader is so charismatic that she can influence people to work harder and longer willingly.

γεννημένος τυχερός

adjective (figurative (fortunate)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've never had any major problems in life. I guess I was born lucky.

λύση ανάγκης

adjective (done as a last resort)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
His vegetable garden was born of desperation during tough economic times.

νόθος, εξώγαμος

adjective (dated (illegitimate)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
"Bastard" is the legal term for a child born out of wedlock.

γεννημένος για κτ

adjective (having natural talent for [sth])

She was born to sing.

γεννημένος στα πλούτη

adjective (figurative (have a wealthy upbringing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She was born with a silver spoon in her mouth.

αναγεννημένος Χριστιανός

noun (person: evangelical)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My sister is a born-again Christian at the Alliance Church in our town.

ξανά-γεννημένος Χριστιανός

noun (person: converted)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Sarah is a born-again Christian since she joined the Pentecostal church.

γεννημένος στην επαρχία

adjective (born in countryside)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρωτότοκος, πρωτότοκη

noun (eldest child in family)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Are you your parents' first-born?

πρωτότοκος

adjective (child: eldest in family)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Their first-born child is a boy.

γεννημένος στο εξωτερικό

adjective (person: who was born overseas)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αριστοκρατικής καταγωγής

adjective (born into the aristocracy) (προσδιορισμός)

γηγενής

adjective (born in the place indicated)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γεννημένος

adjective (showing ability from the beginning) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γέννημα-θρέμμα

adjective (since birth)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ben was born in South Carolina; he's a true-born Southerner.

γεννημένος

adjective (figurative (natural) (ακολουθεί ιδιότητα)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Malcolm is a true-born pianist; he can play any piece by ear.

υψηλής καταγωγής

adjective (born into a noble family)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του born στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του born

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.